2 Σεπτεμβρίου 2018

Θέματα Εισαγωγικών Εξετάσεων ΠΜΣ Φορολογικού Δικαίου

Σεπτέμβριος 2017

  • Απαντήστε σε όλες τις παρακάτω ερωτήσεις 
  • Δεν επιτρέπεται η χρήση κωδίκων και νομοθεσίας

ΘΕΜΑ Α'

Με απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου του Δήμου Αθηναίων επιβάλλεται ανταποδοτικό τέλος στους δημότες για έργα οδοποιίας στην οδό Σόλωνος...

Ερωτάται: 

1. Πώς κρίνετε τη νομιμότητα της παραπάνω απόφασης; 

2. Αντί να επιβάλει ανταποδοτικό τέλος, έχει τη δυνατότητα ο Δήμος να θεσπίσει φόρο και υπό ποιές προϋποθέσεις; 

3. Έχει τη δυνατότητα ο Δήμος να τροποποιήσει τους συντελεστές δημοτικών φόρων και υπό ποιές προϋποθέσεις; 

4. Ποιά είναι η διάκριση ανάμεσα στον φόρο και στο ανταποδοτικό τέλος;




ΘΕΜΑ Β'

Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών κατόπιν νομοθετικής εξουσιοδότησης τροποποιούνται οι συντελεστές προσδιορισμού του ΕΝ.Φ.Ι.Α. και οι συντελεστές προσδιορισμού των αντικειμενικών αξιών των ακινήτων. 

Ερωτάται: 

1. Πώς κρίνετε τη νομιμότητα της παραπάνω απόφασης; 

2. Σε περίπτωση που η παραπάνω υπουργική απόφαση εκδοθεί χωρίς νομοθετική εξουσιοδότηση, μπορεί να ισχύσει κατόπιν κυρώσεώς της διά νόμου; 

3. Επιτρέπεται να ρυθμιστούν τα παραπάνω θέματα με Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου; 

4. Επιτρέπεται η υπαγωγή συγκεκριμένων φορολογουμένων σε μειωμένους συντελεστές ΕΝ.Φ.Ι.Α. διά συμβάσεως με το Ελληνικό Δημόσιο;




ΘΕΜΑ Γ'

Ο ΕΝ.Φ.Ι.Α. του έτους 2016 επιβλήθηκε στην ακίνητη περιουσία που είχαν οι φορολογούμενοι κατά την 1η Ιανουαρίου 2016. Με νόμο που τίθεται σε ισχύ στις 20  Οκτωβρίου 2017 τροποποιούνται οι συντελεστές προσδιορισμού του ΕΝ.Φ.Ι.Α. με αναδρομική ισχύ από 1.1.2016. 

Ερωτάται: 

1. Πώς κρίνετε τη συνταγματικότητα του παραπάνω νόμου; 

2. Επιτρέπεται η αναδρομική εφαρμογή ευμενέστερης φορολογικής διάταξης; 

3. Ανεξαρτήτως της συνταγματικότητας του παραπάνω νόμου, ποιά είναι η νομική ισχύς
των ερμηνευτικών εγκυκλίων που θα εκδώσει η Φορολογική Διοίκησης; 

4. Είναι επιτρεπτή η παράταση της παραγραφής των φορολογικών υποθέσεων και υπό ποιές προϋποθέσεις;

Σεπτέμβριος 2018
Θέματα και ενδεικτικές απαντήσεις

 ΘΕΜΑ Α

 Με νομοθετική διάταξη τροποποιείται η κλίμακα φορολογίας εισοδήματος φυσικών προσώπων και προβλέπεται αφορολόγητο όριο για τους κατοίκους της Μυκόνου. Απαντήστε αιτιολογημένα:

α. Πώς κρίνετε τη νομιμότητα της παραπάνω ρύθμισης;
Η αρχή της φορολογικής ισότητας και, ειδικότερα, η αρχή της καθολικότητας του
φόρου δεν αποκλείουν τις εξαιρέσεις, υπό την προϋπόθεση ότι αυτές δεν είναι
αυθαίρετες και βασίζονται σε αντικειμενικά κριτήρια. Στην προκειμένη περίπτωση, το αφορολόγητο όριο που παρέχεται στους κατοίκους της Μυκόνου συνιστά φορολογικό πλεονέκτημα, ήτοι διαφορετική ευνοϊκή μεταχείριση έναντι των λοιπών
φορολογουμένων, η οποία δεν μπορεί να δικαιολογηθεί βάσει μειωμένης
φοροδοτικής ικανότητας ή βάσει εξαιρετικών περιστάσεων (π.χ. προσφυγικές ροές,
φυσικές καταστροφές κ.λπ.) Ως εκ τούτου, το εν λόγω φορολογικό πλεονέκτημα είναι αυθαίρετο και δεν βασίζεται σε αντικειμενικά κριτήρια, επομένως αντίκειται στην αρχή της φορολογικής ισότητας.
[Σημειώνεται ότι οι νόμοι δεν χρήζουν αιτιολογίας, επομένως είναι αδιάφορο το αν αιτιολογείται ή όχι η συγκεκριμένη ρύθμιση]

β. Ανεξαρτήτως του υποκειμενικού πεδίου εφαρμογής της συγκεκριμένης ρύθμισης, πώς δικαιολογείται συνταγματικά η πρόβλεψη αφορολόγητου ορίου;
Η καθιέρωση αφορολόγητου ορίου αποβλέπει στην προστασία των οικονομικά
ασθενέστερων, απαλλάσσοντας από τη φορολογική επιβάρυνση ένα ελάχιστο ποσό το οποίο, κατά την κρίση του νομοθέτη με βάση τις εκάστοτε επικρατούσες συνθήκες, καλύπτει τις στοιχειώδεις βιοτικές ανάγκες του προσώπου. Από την άποψη αυτή, για το εν λόγω ελάχιστο ποσό δεν υφίσταται φοροδοτική ικανότητα, επομένως η φορολογική απαλλαγή του δεν αντίκειται στην αρχή της φορολογικής ισότητας.
[Σημειώνεται ότι υπέρ της πρόβλεψης αφορολόγητου ορίου συνηγορεί και η καθιέρωση ελάχιστου ορίου αξιοπρεπούς διαβίωσης (Existenzminimum) με βάση την αρχή της προστασίας της ανθρώπινης αξιοπρέπειας (άρθρο 2 παρ. 1 Σ), ωστόσο στο πεδίο του φορολογικού δικαίου η δικαιολόγηση του αφορολόγητου ορίου βασίζεται στην έλλειψη φοροδοτικής ικανότητας. Σε κάθε περίπτωση, μια τέτοια απάντηση γίνεται δεκτή ως επαρκώς αιτιολογημένη νομικά.]

γ. Είναι νόμιμη η εξαίρεση των αλλοδαπών από την εφαρμογή του αφορολόγητου ορίου;
Όπως προκύπτει από τη διατύπωση του άρθρου 4 παρ. 5 του Συντάγματος, η αρχή της φορολογικής ισότητας καταλαμβάνει καταρχήν τους Έλληνες και όχι τους αλλοδαπούς. Γι' αυτό τον λόγο είναι επιτρεπτή η διαφορετική μεταχείριση των αλλοδαπών, όπως είναι η εξαίρεσή τους από την εφαρμογή του αφορολόγητου ορίου. Όσον αφορά, όμως, τους κοινοτικούς αλλοδαπούς, υφίσταται υποχρέωση απαφυγής της διακριτικής σε βάρος τους μεταχείρισης με βάση το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
[Σημειώνεται ότι ο ορισμός της αλλοδαπότητας, η οποία στο πεδίο του φορολογικού
δικαίου βασίζεται στη φορολογική κατοικία και όχι στην υπηκοότητα, δεν αποτελεί
αντικείμενο του συγκεκριμένου ερωτήματος.]

δ. Υπόκεινται οι συντελεστές της φορολογικής κλίμακας στον δικαστικό έλεγχο;
Με βάση την αρχή της διάκρισης των εξουσιών, οι ουσιαστικές επιλογές του νομοθέτη δεν υπόκεινται σε δικαστικό έλεγχο, παρά μόνο ως προς την τήρηση των άκρων ορίων που τίθενται από το Σύνταγμα. Ως εκ τούτου, η ουσιαστική διαμόρφωση των φορολογικών κλιμάκων (π.χ. ύψος συντελεστών, κλιμάκια εισοδήματος ή περιουσίας, προοδευτικότητα κ.λπ.) εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του φορολογικού νομοθέτη και δεν μπορεί να ελεγχθεί δικαστικά παρά μόνο ως προς τη συμφωνία με τις σχετικές συνταγματικές αρχές, όπως είναι ιδίως η αρχή της φορολογικής ισότητας ή η αρχή της αναλογικότητας.


ΘΕΜΑ Β

 Με μια σειρά φόρων, όπως ο ΕΝ.Φ.Ι.Α. και το Τ.Α.Π., φορολογείται η κατοχή ακίνητης περιουσίας. Ο φόρος υπολογίζεται με βάση το αντικειμενικό σύστημα αξιών, το οποίο χρησιμοποιεί συντελεστές που αφορούν γνωρίσματα του ακινήτου, όπως είναι η γεωγραφική θέση, η επιφάνεια, η χρήση, η παλαιότητα κ.λπ. Απαντήστε με συνοπτική αιτιολογία στα ακόλουθα:

α. Πώς δικαιολογείται η φορολογία της κατοχής ακίνητης περιουσίας με βάση την αρχή της φορολόγησης σύμφωνα με τη φοροδοτική ικανότητα;
Ως δείκτης προσδιορισμού της φοροδοτικής ικανότητας μπορεί να ληφθεί υπόψη όχι μόνο το εισόδημα αλλά και η περιουσία, η οποία αποτελεί διαθέσιμο απόθεμα
αγοραστικής δύναμης ή, άλλως, ένδειξη οικονομικής ισχύος. Κατά συνέπεια, η κατοχή ακίνητης περιουσίας, ανεξαρτήτως του αν είναι απρόσοδη ή παρέχει εισόδημα, συνιστά από μόνη της ένδειξη φοροδοτικής ικανότητας, επομένως η φορολόγησή της δεν αντίκειται στην αρχή της φορολόγησης σύμφωνα με τη φοροδοτική ικανότητα

β. Παραβιάζει η εν λόγω φορολογία το ατομικό δικαίωμα στην περιουσία;
Αυτή καθαυτή η επιβολή φόρου δεν συνιστά προσβολή του ατομικού δικαιώματος
στην περιουσία. Σε περίπτωση, όμως, που η φορολογική επιβάρυνση αποκτά
χαρακτήρα δημευτικό, π.χ. λόγω υπέρμετρα υψηλών συντελεστών, τότε παραβιάζει το εν λόγω δικαίωμα.

γ. Είναι σύμφωνο με το Σύνταγμα το σύστημα αντικειμενικού προσδιορισμού των αξιών των ακινήτων και υπό ποιες προϋποθέσεις;
Με το αντικειμενικό σύστημα θεσπίζεται τεκμήριο προσδιορισμού της αξίας των
ακινήτων, το οποίο δεν είναι αμάχητο, άρα δεν αντίκειται στην αρχή της φορολόγησης με βάση τη φοροδοτική ικανότητα και στην αρχή της νομιμότητας του φόρου. Επιπλέον, ο προσδιορισμός των αντικειμενικών αξιών με Απόφαση του Υπουργού Οικονομικών κατόπιν νομοθετικής εξουσιοδότησης δεν αντίκειται στην αρχή της νομιμότητας του φόρου, καθόσον η υπουργική απόφαση δεν ρυθμίζει τα ουσιώδη στοιχεία του φόρου αλλά ζητήματα ειδικά και τεχνικά. Ωστόσο, κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 4 παρ. 5 και 78 παρ. 1 του Συντάγματος, η φορολογούμενη ύλη, όπως η περιουσία, δεν επιτρέπεται να είναι πλασματική, αλλά πρέπει να είναι πραγματική. Γι' αυτό τον λόγο, ο προσδιορισμός των αντικειμενικών αξιών πρέπει να διενεργείται βάσει προκαθορισμένων, ειδικών και πρόσφορων κριτηρίων, ώστε να προκύπτει για κάθε ακίνητο μιας περιοχής ορισμένη αξία, ανταποκρινόμενη, κατά προσέγγιση, στην πραγματική αγοραία αξία αυτού και να παρέχονται στους βαρυνόμενους επαρκή εχέγγυα ορθού καθορισμού της φορολογούμενης αξίας των ακινήτων τους

ΘΕΜΑ Γ

 Ύστερα από φορολογικό έλεγχο η ΔΟΥ Δ’ Αθηνών κοινοποιεί σε φορολογούμενο πράξη επιβολής προστίμου, συνοδευόμενη από τη σχετική έκθεση ελέγχου. Ο φορολογούμενος υποβάλλει στη ΔΟΥ αίτηση για διαγραφή του προστίμου, επί της οποίας ο Προϊστάμενος της ΔΟΥ απαντά ότι εμμένει στα πορίσματα του φορολογικού ελέγχου. Ο φορολογούμενος ασκεί ενδικοφανή προσφυγή ενώπιον της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών (ΔΕΔ), η οποία δεν εκδίδει απόφαση εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας. Αντ’αυτού, η Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων (Α.Α.Δ.Ε.) εκδίδει εγκύκλιο με οδηγίες για παρόμοια ζητήματα.
Απαντήστε με συνοπτική αιτιολογία στα ακόλουθα:

α. Ποιες από τις παραπάνω ενέργειες της Φορολογικής Διοίκησης συνιστούν εκτελεστές διοικητικές πράξεις (σύνταξη και κοινοποίηση πράξης επιβολής προστίμου, σύνταξη και κοινοποίηση έκθεσης ελέγχου, απάντηση στην αίτηση του φορολογουμένου, μη έκδοση απόφασης από τη ΔΕΔ, έκδοση εγκυκλίου);
Πράξη επιβολής προστίμου: αποτελεί επαχθή πράξη για τον φορολογούμενο, με την οποία επιβάλλεται σε αυτόν υποχρέωση για θετική ενέργεια (καταβολή χρημάτων), άρα αποτελεί εκτελεστή διοικητική πράξη
Έκθεση ελέγχου: αποτελεί την αιτιολογία της πράξης επιβολής προστίμου, άρα δεν είναι εκτελεστή διοικητική πράξη
Απάντηση στην αίτηση του φορολογουμένου: αποτελεί βεβαιωτική πράξη, καθόσον εκδόθηκε χωρίς νέα έρευνα βάσει των ίδιων πραγματικών δεδομένων και δηλώνει εμμονή της Διοίκησης σε προγενέστερη πράξη, άρα δεν είναι εκτελεστή διοικητική πράξη
Μη έκδοση απόφασης από τη ΔΕΔ: συνιστά σιωπηρή απόρριψη της ενδικοφανούς προσφυγής (και όχι παράλειψη οφειλόμενης νόμιμης ενέργειας), άρα είναι εκτελεστή διοικητική πράξη
Εγκύκλιος ΑΑΔΕ: αποτελεί ερμηνευτική εγκύκλιο, καθόσον παρέχει οδηγίες χωρίς να εισάγει νέα ρύθμιση, άρα είναι εσωτερική ενέργεια της Διοίκησης και δεν αποτελεί διοικητική πράξη.

β. Διαθέτει διακριτική ευχέρεια η Φορολογική Διοίκηση κατά την έκδοση των πράξεών της;
Σύμφωνα με την αρχή της νομιμότητας του φόρου (άρθρο 78 παρ. 1, 4 Σ), τα ουσιώδη στοιχεία του φόρου ορίζονται με νόμο. Ως εκ τούτου, κατά την επιβολή του φόρου η Φορολογική Διοίκηση δρα κατά δέσμια αρμοδιότητα, δηλαδή χωρίς διακριτική ευχέρεια. Παρ’ όλα αυτά, στο πλαίσιο της φορολογικής διαδικασίας παρατηρούνται στοιχεία διακριτικής ευχέρειας, πάντοτε όμως υπό την προϋπόθεση ότι αυτά προβλέπονται από τον νόμο.

γ. Σε περίπτωση που η Φορολογική Διοίκηση προχωρήσει σε δέσμευση των
περιουσιακών στοιχείων του φορολογουμένου για τη διασφάλιση των συμφερόντων του Δημοσίου, είναι σύμφωνο με το Σύνταγμα το μέτρο αυτό;
Το μέτρο της δέσμευσης περιουσιακών στοιχείων του φορολογουμένου για τη διασφάλιση των συμφερόντων του Δημοσίου δεν έχει κυρωτικό χαρακτήρα, αλλά αποσκοπεί στην εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος, ήτοι, στη διατήρηση των περιουσιακών στοιχείων του ελεγχομένου προσώπου για να είναι δυνατή η ικανοποίηση των αξιώσεων του Δημοσίου κατ’ αυτού σε περίπτωση διαπιστώσεως της εκ μέρους του τελέσεως της πιθανολογηθείσης παραβάσεως, καθώς επίσης και στη διασφάλιση των αναγκαίων στοιχείων για την έρευνα. Γι' αυτό τον λόγο καταρχήν δεν αντίκειται στο Σύνταγμα.
Ωστόσο, το εν λόγω μέτρο συνεπάγεται σοβαρό περιορισμό των περιουσιακών δικαιωμάτων και της οικονομικής και επαγγελματικής ελευθερίας του ελεγχομένου προσώπου, ήτοι αγαθών των οποίων η προστασία κατοχυρώνεται με τις διατάξεις των άρθρων 17 παρ. 1 και 5 παρ. 1 του Συντάγματος. Επομένως, για να καταστεί συνταγματικώς ανεκτή η σχετική ρύθμιση πρέπει αφενός μεν να διαγράφονται οι προϋποθέσεις της δεσμεύσεως των περιουσιακών στοιχείων στον ίδιο τον νόμο κατά τρόπο σαφή και αντικειμενικό και αφετέρου η ρύθμιση να κινείται εντός των ορίων που τάσσει η συνταγματική αρχή της αναλογικότητας. Για παράδειγμα, πρέπει να τίθεται από τον νόμο περιορισμός ως προς την έκταση των περιουσιακών στοιχείων που επιτρέπεται να δεσμευθούν ή ως προς τη χρονική διάρκεια της δεσμεύσεως καθώς και να ρυθμίζεται ειδικότερα η διαδικασία της επιβολής και της άρσης της δεσμεύσεως με πρόβλεψη διαδικαστικών εγγυήσεων ανάλογων προς τη σοβαρότητα του λαμβανόμενου μέτρου.
[Σημειώνεται ότι η δέσμευση δεν ταυτίζεται με την κατάσχεση. Επιπλέον η Απόφαση ΣτΕ 3316/2004 δεν έκρινε αντισυνταγματικό το μέτρο της δέσμευσης εν γένει, αλλά ειδικά τη δέσμευση κατ’ άρθρο 30 παρ. 5 περ. ε΄ του ν. 3296/2004]

2 σχόλια:

  1. Γνωρίζει κανείς πότε περίπου αναμένεται η ανακοίνωση των αποτελεσμάτων;

    ΑπάντησηΔιαγραφή