27 Ιανουαρίου 2012

Θέματα Δικαίου Αξιογράφων

Ιούνιος 2010 (Σειρά Α'):

ΠΡΑΚΤΙΚΟ 1ο

Ο Ε αγόρασε από τον Λ ένα μεταχειρισμένο αυτοκίνητο αξίας 10.000 Ευρώ. Σε πίστωση του τιμήματος ο Ε εκδίδει μια συναλλαγματική ''μη αποδέξιμη'' σε διαταγή του Λ - ποσού 10.000 ευρώ και με λήξη την 05.06.2006. Τη συναλλαγματική αποδέχεται ο Α για 5.000 Ευρώ δεδομένου ότι ο Ε είχε κατά του Α ισόποση αξίωση για οφειλόμενα μισθώματα. Υπέρ του Α τριτεγγυάται η σύζυγος του, Τ, για ποσό 25.000 Ευρώ, χωρίς όμως να αναγράψει πάνω στη συαλλαγματική υπέρ ποιου τριτεγγυάται. Ο λήπτης Λ οπισθογραφεί τη συναλλαγματική...


...με τη ρήτρα ''άνευ ευθύνης μου'' στον Μ, ο οποίος την εμφανίζει κατά τη λήξη της προς πληρωμή στην Τ. Η τελευταία αρνείται, ισχυριζόμενη ότι το αυτοκίνητο που αγόρασε ο Ε δεν είχε τις συμφωνημένες ιδιότητες και ότι, σε κάθε περίπτωση, ο Μ έπρεπε πρώτα να επιδιώξει να πληρωθεί από τον Α. Ο Μ οπισθογραφεί περαιτέρω τη συναλλαγματική την 11.06.2006 στον Κ.

Ερωτάται:

α) Ποιες αξιώσεις έχει ο Κ, κατά ποιου και για ποιο ποσό;

β) Εάν υποτεθεί ότι ο Κ, όντας πολυάσχολος και αμελής, βρίσκει στο συρτάρι του τη συναλλαγματική την 10.11.2009, έχει αξιώσεις και κατά ποιων;

ΠΡΑΚΤΙΚΟ 2ο

Την 1.2.1980 ο Α πωλεί στον Β εμπορεύματα αξίας 10.000 Ευρώ με πίστωση του τιμήματος μέχρι την 30.11.1980. Για το λόγο αυτό ο Β εκδίδει και παραδίδει στον Α μεταχρονολογημένη επιταγή ποσού 10.000 Ευρώ με ημερομηνία έκδοσης 30.11.1980, πληρωτέα στην Εθνική Τράπεζα. Την 1.3.1980 ο Α συνάπτει σύμβαση δανείου ύψους 7.000 Ευρώ με την Εμπορική τράπεζα και της οπισθογραφεί την επιταγή με τη ρήτρα ''αξία λόγω ενεχύρου''. Περί τον Ιούνιο 1980 η Εμπορική Τράπεζα πληροφορούμενη ότι ο Β έχει πλέον γίνει αφερέγγυος και ότι αδυνατεί να εξοφλήσει τα χρέη του, θεωρεί άσκοπο να περιμένει μέχρι την 30.11.1980 και σπεύδει την 1.7.1980 να εμφανίσει την επιταγή προς είσπραξη στην πληρώτρια Εθνική Τράπεζα. Η πληρώτρια τράπεζα σφραγίζει την επιταγή ως ακάλυπτη ελλείψει διαθεσίμων. Κατόπιν τούτου ο Β διαμαρτύρεται κατά της Εμπορικής Τράπεζας και προβάλλει τους εξής ισχυρισμούς κατ' αυτής:

1. Ότι κακώς η Εμπορική Τράπεζα εμφάνισε την επιταγή για πληρωμή την 1.7.1980 και τη σφράγισε, ενώ είχε συμφωνηθεί με τον Α προθεσμία πίστωσης μέχρι 30.11.1980.

2. Ότι σε κάθε περίπτωση δεν ευθύνεται για την ακάλυπτη επιταγή γιατί την 1.7.1980 που σφραγίστηκε η επιταγή δεν γνώριζε την έλλειψη διαθεσίμων και ότι πάντως υπολόγιζε να υπάρχουν διαθέσιμα την 30.11.1980.

Η Εμπορική τράπεζα, απασχολημένη με την αντίκρουση των πιο πάνω ισχυρισμών λησμονεί ή και διστάζει να προβεί σε δικαστικές ενέργειες κατά του Β. Το 2005 ένας υπάλληλος της Εμπορικής Τράπεζας ανακαλύπτει ότι η επιταγή παραμένει ανεξόφλητη και δίνει εντολή να ασκήσει η τράπεζα αγωγή κατά του Α ζητώντας να επιστραφούν εντόκως το ποσό του δανείου, ύψους 7.000 ευρώ. Ο Α αντιτάσσει ότι η Εμπορική Τράπεζα είχε την ευθύνη να επιμεληθεί για την είσπραξη της επιταγής λαμβάνοντας και δικαστικά μέτρα αν χρειαζόταν, και ότι οφείλει να του αποδώσει εντόκως τις 3.000 Ευρώ από τις 10.000 Ευρώ.

Ερωτάται:

α) Αξιολογήστε νομικά τους πιο πάνω ισχυρισμούς του Β κατά της Εμπορικής Τράπεζας

β) Αξιολογήστε επίσης αν είναι βάσιμες αφενός η αγωγή της Εμπορικής Τράπεζας κατά του Α, αφετέρου η ένσταση του Α κατά της Εμπορικής τράπεζας

 (να απαντηθούν και τα 2 πρακτικά θέματα)

Συνοπτικές απαντήσεις από τους διδάσκοντες του Τομέα:

1ο ΠΡΑΚΤΙΚΟ

Είναι έγκυρη η μερική αποδοχή συναλλαγματικής, άρα ο Α ευθύνεται για 5.000 Ε. Η ρήτρα «μη αποδέξιμη» εμποδίζει την εμφάνιση προς αποδοχή, με την ακόλουθη έννοια: Αν η συναλλαγματική εμφανισθεί στον προς αποδοχή και ο πληρωτής αρνηθεί να την αποδεχθεί, ο κομιστής δεν έχει δικαίωμα αναγωγής για μη αποδοχή. Αν όμως, παρά την απαγόρευση, η συναλλαγματική εμφανισθεί προς αποδοχή και γίνει δεκτή, η αποδοχή είναι ισχυρή. Άρα, η ρήτρα «μη αποδέξιμη» δεν έχει καμία επίπτωση επί της γενόμενης αποδοχής η οποία είναι έγκυρη. Απαγορεύει μόνο την πρόωρη ανάστροφη κυκλοφορία της συναλλαγματικής σε περίπτωση μη αποδοχής ή μερικής αποδοχής.

Η Τ επειδή δεν αναγράφει για ποιόν τριτεγγυάται τεκμαίρεται μαχητά ότι τριτεγγυήθηκε υπέρ του εκδότη Ε. Δεδομένου όμως ότι η Τ είναι σύζυγος του Α λογικά το τεκμήριο θα ανατραπεί, θα αποδειχθεί ότι τριτεγγυήθηκε υπέρ του Α. Το ποσό για το οποίο ευθύνεται καθορίζεται από το ύψος της κύριας υποχρέωσης, κα άρα ανέρχεται σε 5.000 €. 

Ο Μ κάνει όψιμη οπισθογράφηση στον Κ, η οποία έχει τα αποτελέσματα κοινής εκχώρησης, άρα ο Κ αποκτά όσα δικαιώματα έχει ο Μ. Όπως προκύπτει από το πρακτικό ο Μ δεν τήρησε τις διατυπώσεις επιμέλειας (εμφάνιση προς πληρωμή στον τόπο πληρωμής και σύνταξη διαμαρτυρικού) άρα ο Κ δεν έχει αναγωγικά δικαιώματα. ( αν είχε, θα ευθυνόταν μόνο ο Ε και όχι ο Λ λόγω της ρήτρας και ο Μ που ευθύνεται, ούτως ή άλλως, ως εκχωρητής).

Ο Κ έχει ευθεία αγωγή κατά του Α για 5.000 Ε και κατά της Τ (αφού αποδείξει ο Κ ότι αυτή είναι τριτεγγυήτρια του Α) επίσης ευθεία αγωγή για 5.000 Ε . Οι Α και Τ ευθύνονται εις ολόκληρον για τις 5.000 Ε.

Η Τ δεν έχει ένσταση διζήσεως (να στραφεί ο κομιστής πρώτα κατά του υπέρ ου η τριτεγγύηση Α) και προφανώς δεν έχει (προσωπικές) ενστάσεις που τυχόν θα είχε ο Ε, ο οποίος εδώ, που αποδεικνύεται ότι η Τ τριτεγγυήθηκε υπέρ του Α, της είναι άσχετος.

Την 10.11.2009 οι αξιώσεις από τη συναλλαγματική έχουν παραγραφεί και ο κομιστής Κ έχει την αξίωση αδικαιολόγητου πλουτισμού. Στο συγκεκριμένο πρακτικό ο Α έγινε πλουσιότερος κατά 5.000 Ε (τις οποίες όφειλε από μισθώματα στον Ε) και ο Ε έγινε πλουσιότερος επίσης κατά 5.000 Ε (δηλαδή για τα υπόλοιπα 5.000 Ε της συναλλαγματικής των 10.000 Ε ) τα οποία όφειλε στον λήπτη από την αγοραπωλησία.

2ο ΠΡΑΚΤΙΚΟ

Έγκυρη η μεταχρονολογημένη επιταγή, αλλά πληρωτέα εν όψει (άρθ. 28 ΕΝΕ)
Η προθεσμία πίστωσης είναι ένσταση από τις προσωπικές σχέσεις του εκδότη Β με το λήπτη Α. Δεν αντιτάσσεται στην κομίστρια ΕΤΕ, δεδομένου ότι αυτή ασκεί δικά της δικαιώματα και όχι δικαιώματα του Α, λόγω της ενεχυρικής οπισθογράφησης . Άρα μη νόμιμος ο ισχυρισμός (1) του Β (άρθ. 22 ΕΝΕ)
Αμφ. το κύρος της ενεχυρικής οπισθογράφησης επιταγής, κυρίως λόγω του ότι η επιταγή είναι μέσο πληρωμής (όχι πίστωσης) Βλ. αναλυτικά το Πρακτικό 24. Στην πρακτική κρατεί η άποψη ότι είναι έγκυρη η ενεχυρική οπισθογράφηση (άρθ. 18 ΕΝΣ και ΑΚ – ενέχυρο).

Η ενεχυρική οπισθογράφηση έχει όλα τα αποτελέσματα οπισθογράφησης (μεταβιβαστικά, εγγυητικά, νομιμοποιητικά). Εφαρμόζεται ομαλά ο περιορισμός ενστάσεων. Γι’ αυτό δεν προτείνεται η προθεσμία πίστωσης (βλ. ππ).

Με τον ισχυρισμό (2) ο Β αμφισβητεί ότι είχε δόλο ως προς την έλλειψη διαθεσίμων. Γίνεται δεκτό ότι αρκεί να υπάρχει γνώση της έλλειψης διαθεσίμων σε οποιαδήποτε χρονική στιγμή από την πραγματική έκδοση μέχρι και τη σφράγιση. Με άλλα λόγια, το δόλο δεν αίρει μόνο το ότι ο εκδότης δεν γνώριζε ότι δεν υπάρχουν διαθέσιμα όταν σφραγίστηκε η επιταγή ή το ότι ήλπιζε κατά την πραγματική έκδοση ότι όταν θα έλθει η ώρα της πληρωμής θα υπάρχουν κεφάλαια (άρθ. 79 ΕΝΕ).
Το 2005 που κάνει αγωγή η Εμπορική Τράπεζα, έχουν παραγραφεί οι αξιογραφικές αξιώσεις (άρθ. 52 ΕΝΕ).

Έχει παραγραφεί η αξίωση αδικαιολόγητου πλουτισμού (άρθ. 60 ΕΝΕ) και η αξίωση της υποκείμενης σχέσης. 

Άρα μη νόμιμη η αγωγή της Εμπορικής Τράπεζας κατά Α. 

Ως προς την ένσταση του Α κατά της Εμπορικής, αξιολογούμενη αυτοτελώς επισημαίνονται τα ακόλουθα: Στην ενεχυρική οπισθογράφηση ο κομιστής έχει εκ του κοινού δικαίου υποχρέωση έναντι του οπισθογράφου του να επιμεληθεί για την είσπραξη του τίτλου και αν από αμέλειά του καταστεί αδύνατη η είσπραξη ευθύνεται για τη ζημία που προκάλεσε. Άρα είναι νόμιμη η ένσταση του Α κατά της Εμπορικής τράπεζας.

----------------------------------------------------------------------------------------------------------

Ιούνιος 2010 (Β' Σειρά): 

ΠΡΑΚΤΙΚΟ 1

Ο Α εξέδωσε, την 1.5.2010, στο όνομα και για λογαριασμό του εργοδότη του εμπόρου Β, γραμμάτιο εις διαταγή 150.000 ευρώ υπέρ του Γ, με λήξη την 8.6.2010, και την επισήμανση ότι το αξιόγραφο εκδίδεται λόγω οφειλής από εκπλήρωση σύμβασης εσωτερικής διακόσμησης. Ο Γ οπισθογράφησε με τη ρήτρα «ανέξοδος επιστροφή» και το παρέδωσε στο Δ και αυτός με τη σειρά του το οπισθογράφησε στον Ε, έναντι του τιμήματος για την αγορά ηλεκτρονικού εξοπλισμού. Στις 9.6.2010, τριτεγγυάται υπέρ του Γ, η Τ. Την ίδια μέρα, ο Ε επικοινωνεί τηλεφωνικά με τον Α και, διαπιστώνοντας ότι δεν είναι διατεθειμένος να πληρώσει, το οπισθογραφεί αμέσως στον Ζ, κάνοντας συμφωνία μαζί του ότι του το δίδει μόνο για να πάει να το εισπράξει. Ο Ζ εμφανίζει την επόμενη μέρα το γραμμάτιο στο Β, ο οποίος αρνείται να πληρώσει: 

α) διότι ο Α είχε εξουσιοδοτηθεί να εκδίδει γραμμάτια μέχρι 50.000 ευρώ, 

β) διότι δεν θεώρησε το γραμμάτιο πριν τη λήξη του, και 

γ) διότι σε κάθε περίπτωση το αξιόγραφο έπασχε ακυρότητα. 

Την 11.6.2010 ο Ζ συντάσσει διαμαρτυρικό και στρέφεται κατά των Α, Β, Γ, Τ, Δ και Ε. Ο Α αντιτείνει ότι ενήργησε για λογαριασμό του εργοδότη του, ο Γ ότι δεν ευθύνεται για πληρωμή διότι δεν συντάχθηκε διαμαρτυρικό εμπρόθεσμα, ο Δ ότι ο ηλεκτρονικός εξοπλισμός ήταν ελαττωματικός και ο Ε ότι δεν ευθύνεται έναντι του Ζ διότι η οπισθογράφηση υπέκρυπτε παροχή πληρεξουσιότητας. Η Τ τέλος αντιτείνει ότι η τριτεγγύηση δόθηκε μετά τη λήξη και άρα ήταν άκυρη και ότι, σε κάθε περίπτωση, δεν τηρήθηκαν οι διατυπώσεις επιμέλειας. Αξιολογείστε τους παραπάνω ισχυρισμούς και εκθέσατε τις εξουσίες του Ζ.

ΠΡΑΚΤΙΚΟ 2

Ο Α αγόρασε εμπορεύματα αξίας 10.000 € από τον Β. Για την εξόφληση του τιμήματος ο Β ζητά και λαμβάνει από τον Α δίγραμμη επιταγή με πληρώτρια την Εθνική Τράπεζα στην οποία είναι πελάτης (ο Β). Ο λήπτης Β οπισθογραφεί στο Γ. Ο Γ οπισθογραφεί βάζοντας μόνο την υπογραφή του, αλλά χωρίς να αναφέρει τον υπέρ ου η οπισθογράφηση και παραδίδει την επιταγή στο Δ. Ο Δ την οπισθογραφεί στην ανώνυμη εταιρία Ε α.ε. Ο Ζ που συμβαίνει να είναι κύριος μέτοχος, διευθύνων σύμβουλος και νόμιμος εκπρόσωπος της Ε α.ε. την εμφανίζει προς πληρωμή στη Εθνική Τράπεζα ζητώντας να την εισπράξει ο ίδιος στο όνομά του. Προς το σκοπό αυτό οπισθογραφεί την επιταγή προς την Εθνική Τράπεζα υπογράφοντας με το όνομά του και όχι υπό την εταιρική επωνυμία. Η Τράπεζα εξοφλεί την επιταγή στον Ζ και χρεώνει το λογαριασμό του πελάτη της Α, εκδότη της επιταγής, με το ισόποσο.
Ο Α όμως διαμαρτύρεται κατά της Τράπεζας και ισχυρίζεται ότι η τράπεζα κακώς πλήρωσε την επιταγή στον Ζ διότι: 

i) η δίγραμμη επιταγή μπορούσε να εξοφληθεί μόνο στον Β, 

ii) δεν υπήρχε αδιάκοπη σειρά οπισθογραφήσεων, και 

iii) διότι σε κάθε περίπτωση η πληρώτρια Εθνική Τράπεζα δεν γνώριζε τον Ζ ο οποίος δεν ήταν πελάτης της και κακώς εξόφλησε την επιταγή σε ένα πρόσωπο που της ήταν άγνωστο. 

Παράλληλα διαμαρτύρεται κατά της πληρώτριας Εθνικής Τράπεζας και η εταιρία Ε α.ε. ισχυριζόμενη ότι μη νόμιμα η τράπεζα εξόφλησε την επιταγή στον Ζ ο οποίος πράγματι δεν ήταν πελάτης της τράπεζας και ότι η επιταγή έπρεπε να εξοφληθεί μόνο στην ίδια την εταιρία Ε α.ε., η οποία ήταν πελάτης της Εθνικής Τράπεζας και άρα της ήταν γνωστή. Αξιολογείστε νομικά τους ισχυρισμούς που προβάλλουν οι Α και Ε α.ε, καθώς και την ένσταση της Τράπεζας ότι ο Ζ της ήταν γνωστός, γιατί ως νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρίας Ε α.ε. έκανε συχνά συναλλαγές στα καταστήματά της.

Συνοπτικές απαντήσεις από τους διδάσκοντες του Τομέα:

1ο ΠΡΑΚΤΙΚΟ

Στο γραμμάτιο σε διαταγή (εφεξής ΓΕΔ) εφαρμόζονται καταρχήν οι διατάξεις περί συν/κής εκτός αν άλλως προβλέπεται στο νόμο.

Στο συγκεκριμένο πρακτικό, ως εκδότης αναφέρεται ο Β και λήπτης ο Γ. Το ΓΕΔ μεταβιβάζεται με οπισθογράφηση στον Δ, και στη συνέχεια στον Ε. Ο Ε το οπισθογραφεί μία μέρα μετά τη λήξη στον Ζ, με καλυμμένη πληρεξουσιοδοτική οπισθογράφηση, η οποία καταρχήν λειτουργεί ως πλήρης οπισθογράφηση.

Ο Ζ εμφανίζει την 10.6.2010 το γραμμάτιο στο Β, ο οποίος αρνείται να πληρώσει επικαλούμενος 3 ισχυρισμούς, που αξιολογούνται ως ακολούθως:

α) ο Β προβάλλει ένσταση υπέρβασης πληρεξουσιότητας, διότι ο Α δεν είχε εξουσία να εκδίδει ΓΕΔ πάνω από 50.000 ευρώ. Η υπέρβαση πληρεξουσιότητας εξομοιώνεται με έλλειψη πληρεξουσιότητας και προτείνεται κατά παντός – άρθ. 8 (μπορεί να χαρακτηρισθεί είτε ως ένσταση εμπράγματη, είτε ως ένσταση που αφορά το κύρος της αναληφθείσας υποχρέωσης). Σημασία έχει να επισημανθεί ΟΤΙ ΠΡΟΤΕΙΝΕΤΑΙ ΚΑΤΑ ΠΑΝΤΟΣ ΤΡΙΤΟΥ, είτε είναι καλόπιστος, είτε κακόπιστος. Άρα, ο Β δεν ευθύνεται από το ΓΕΔ και, αντ’αυτού ευθύνεται ο ψευδοαντιπρόσωπος Α.

β) Θεώρηση γραμματίου απαιτείται μόνο στην περίπτωση που το ΓΕΔ εκδίδεται σε προθεσμία από την όψη. Δεδομένου ότι στο ΓΕΔ δεν υπάρχει πληρωτής-αποδέκτης, η ως άνω προθεσμία αρχίζει να τρέχει από τη θεώρηση του γραμματίου από τον εκδότη. Τέτοια περίπτωση δεν συντρέχει εδώ.

γ) Η επίκληση της ακυρότητας συνδέεται με την αναφορά της αιτίας στο κείμενο του αξιογράφου. Ο εξεταζόμενος πρέπει να διακρίνει ότι δεν πρόκειται εδώ για όρο ή αίρεση που θα καθιστούσε απολύτως άκυρο το αξιόγραφο, αλλά για απλή αναφορά στην υποκείμενη σχέση που δεν βλάπτει. Συνεπώς ο ισχυρισμός είναι αβάσιμος.

Μετά την άρνηση του Β, ο Ζ συντάσσει διαμαρτυρικό την 11.6.2010, δηλ. ΕΚΠΡΟΘΕΣΜΑ. ΑΡΑ ΔΕΝ ΕΧΟΥΝ ΤΗΡΗΘΕΙ ΟΛΕΣ ΟΙ ΔΙΑΤΥΠΩΣΕΙΣ ΕΠΙΜΕΛΕΙΑΣ.

Κατόπιν στρέφεται κατά των Α, Β, Γ, Τ, Δ, και Ε. Αξιολογούνται στη συνέχεια οι ισχυρισμοί που προβάλλει κάθε ένας από αυτούς:

Ως προς τον Α: ο ισχυρισμός ότι ενήργησε για λογαριασμό του εργοδότη του είναι αβάσιμος, διότι, όπως αναλύθηκε ήδη, είναι ψευδοαντιπρόσωπος. Ο Α ευθύνεται, ούτως ή άλλως, ανεξαρτήτως της μη τήρησης των διατυπώσεων επιμέλειας διότι ο εκδότης ΓΕΔ και όποιος εξομοιώνεται με αυτόν, είναι κύριος οφειλέτης. 

Ως προς τον Β: βλ. ανωτέρω

Ως προς το Γ: ο Γ ευθύνεται αναγωγικώς, ανεξαρτήτως της μη σύνταξης διαμαρτυρικού, διότι έχει οπισθογραφήσει με τη ρήτρα «ανέξοδος επιστροφή». Η ρήτρα έχει τεθεί από οπισθογράφο και ισχύει μόνο ως προς αυτόν.

Ως προς το Δ: η επίκληση της ελαττωματικότητας του ηλεκτρονικού εξοπλισμού συνιστά προσωπική ένσταση του Δ που μπορεί να προβληθεί μόνο κατά του Ε ή του δεύτερου αποκτώντος εφόσον ενήργησε εν γνώσει και προς βλάβη (άρθ. 17). Η ένσταση αυτή θα μπορούσε να προβληθεί και κατά του Ζ, εάν η οπισθογράφηση του Ε προς τον Ζ ήταν πληρεξουσιοδοτική με την έννοια του άρθ. 18. Εδώ πρόκειται για καλυμμένη παροχή πληρεξουσιότητας, και άρα η οπισθογράφηση επιφέρει πλήρη αποτελέσματα, περιλαμβανομένου του αποκλεισμού των προσωπικών ενστάσεων. Για να προβάλει την ένσταση ο Δ θα έπρεπε να αποδείξει ότι υποκρύπτεται παροχή πληρεξουσιότητας .

Ως προς την Τ: Η Τ ισχυρίζεται καταρχάς ότι η τριτεγγύηση είναι άκυρη διότι δόθηκε μετά τη λήξη του ΓΕΔ. Ο ισχυρισμός δεν είναι βάσιμος διότι, κατά την κρατούσα άποψη, η τριτεγγύηση είναι έγκυρη ακόμα και αν δόθηκε μετά τη λήξη, διότι ενισχύει την πιθανότητα είσπραξης του ΓΕΔ (βλ. και άρθρο 20 για μετοπισθογράφηση). Αντιθέτως, ο ισχυρισμός περί μη τήρησης των διατυπώσεων επιμέλειας είναι κατά την ορθότερη άποψη, βάσιμος. Η ρήτρα «ανέξοδος επιστροφή» που έχει αναγράψει ο υπέρ ου η τριτεγγύηση, ισχύει μόνο για τον ίδιο και όχι για τον τριτεγγυητή του. Για να στραφεί κατά του τελευταίου, ο Ζ έπρεπε να συντάξει εμπρόθεσμα διαμαρτυρικό.

Ως προς τον Ε: ο Ε μπορεί να αντιτάξει κατά του Ζ ότι η μεταξύ τους σχέση υποκρύπτει παροχή πληρεξουσιότητας. Πρόκειται για προσωπική ένσταση που προβάλλεται μεταξύ των δύο άμεσα ενδιαφερομένων μερών. Άρα ο Ε δεν ευθύνεται έναντι του Ζ για την πληρωμή του ΓΕΔ, ούτε με βάση το αξιόγραφο, είτε από τη μεταξύ τους σχέση. 

2ο ΠΡΑΚΤΙΚΟ

Η δ.ε. πληρώνεται μόνο σε τραπεζίτη ή πελάτη της πληρώτριας τράπεζας. Άρα είναι μη νόμιμος ο ισχυρισμός ότι η δ.ε. έπρεπε να πληρωθεί μόνο στο Β. Μπορούσε να πληρωθεί είτε στο Β, είτε σε οποιονδήποτε άλλο κομιστή που όμως να είναι πελάτης της πληρώτριας τράπεζας. Μπορούσε να πληρωθεί και σε τράπεζα στην οποία θα την οπισθογραφούσε ο Β ή όποιος άλλος κομιστής. Μη νόμιμος ο ισχυρισμός (i) του Α (άρθ. 37, 38). 

Πελάτης είναι αυτός που έχει συναλλαγές με την τράπεζα – δεν αρκεί να είναι απλώς γνωστός, πρέπει να είναι πελάτης. Ο Ζ δεν είναι πελάτης. Πελάτης είναι η Ε αε. Άρα μη νόμιμα πλήρωσε η τράπεζα στον ίδιο το Ζ, αντί στην Ε αε. Νόμιμος ο ισχυρισμός (iii) του A.

Θεμελιώνεται ευθύνη της πληρώτριας τράπεζας έναντι του εκδότη Α, γιατί πλήρωσε δίγραμμη επιταγή σε πρόσωπο που δεν ήταν πελάτης της. Νόμιμος ο ισχυρισμός (iii) του A. 

Θεμελιώνεται ευθύνη της πληρώτριας τράπεζας έναντι της Ε αε γιατί μη νόμιμα πλήρωσε την επιταγή στο Ζ και διευκόλυνε την ατασθαλία του.

Η λευκή οπισθογράφηση είναι έγκυρη. Η οπισθογράφηση Γ προς Δ είναι λευκή. Η λευκή οπισθογράφηση δεν διακόπτει τη σειρά των οπισθογραφήσεων (άρθ. 16 παρ.2).

Η οπισθογράφηση σε τράπεζα ισχύει ως εξόφληση. Το ότι ο ίδιος ο Ζ οπισθογραφεί στην τράπεζα επιβεβαιώνει ότι εισπράττει την επιταγή ατομικά και όχι ως όργανο της Ε αε (άρθ. 15 παρ. 4).

Αν και τελευταίος κομιστής εξ οπισθογραφήσεως ήταν η Ε αε, την επιταγή εμφάνισε για πληρωμή και εισέπραξε ο Ζ ενεργώντας ατομικά για λογαριασμό του και όχι ως νόμιμος εκπρόσωπος της Ε αε. Ο Ζ δεν νομιμοποιείτο να εισπράξει ατομικά την επιταγή. Νόμιμος ο ισχυρισμός (ii) του Α.

----------------------------------------------------------------------------------------------------------- 

Ιούνιος 2011 (Α' Σειρά):

ΠΡΑΚΤΙΚΟ 1ο 

Ο Ε εξέδωσε υπέρ του Λ συν/κή ποσού 70.000 ευρώ με ημερομηνία λήξης την 20.5.2008. Τη συν/κή αποδέχθηκε για ποσό 100.000 ευρώ ο Α, παιδικός φίλος του Ε, με αποκλειστικό σκοπό να διευκολύνει τον τελευταίο. Ο Λ την οπισθογράφησε στον Μ με ρητό όρο να έχουν ολοκληρωθεί οι εργασίες επισκευής στο κατάστημά του εντός δέκα ημερών. Ο Μ οπισθογράφησε στον Ν. Ο Ν απεβίωσε και ο μοναδικός κληρονόμος του Ξ την οπισθογράφησε στις 22.5.2008 στον Κ. Ο Κ εμφάνισε την ίδια μέρα (22.5.2008) τη συν/κή προς πληρωμή στον Α, ο οποίος αρνήθηκε επικαλούμενος ότι: 

α) ο Κ δεν νομιμοποιείτο ως κομιστής, 

β) ότι η αποδοχή ήταν άκυρη λόγω αναντιστοιχίας ποσών, 

γ) ότι ο ίδιος απεδέχθη για να διευκολύνει τον εκδότη χωρίς να του οφείλει, γεγονός που γνώριζε ο Κ. 

Ο Κ συνέταξε την ίδια ημέρα διαμαρτυρικό και ζήτησε την πληρωμή της συν/κής από το Λ. Ο Λ επιθυμώντας να αποφύγει δικαστικές διαμάχες, εξόφλησε τον Κ την 1.9.2008. Στις 23.6.2011 ο Λ στρέφεται κατά του Ε ζητώντας να αναγνωρισθεί ότι το αξιόγραφο έχε μετατραπεί σε εμπορική εντολή πληρωμής δυνάμει της οποίας ο Ε του οφείλει το ποσό των 70.000 ευρώ, άλλως ότι το εν λόγω ποσό του οφείλει ο Ε ως αδικαιολόγητο πλουτισμό (άρθ. 80 ν. 5325/32). Ο Ε αρνείται, ισχυριζόμενος ότι:

α) δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις μετατροπής, 

β) ότι δεν μπορεί να ασκηθεί εναντίον του αξίωση αδικαιολόγητου πλουτισμού διότι πρέπει να ασκηθούν προηγουμένως οι αξιώσεις από το αξιόγραφο και την υποκείμενη σχέση και ότι 

γ) σε κάθε περίπτωση ο Ε δεν έχει καταστεί πλουσιότερος έναντι του Λ. 

Αξιολογήστε τους ισχυρισμούς των Α και Ε. Απαντήστε αιτιολογημένα.

ΠΡΑΚΤΙΚΟ 2ο 

Ο Χ αφήρεσε την 1.6.2011 από το χαρτοφύλακα του εργοδότη του Λ 100 ομολογίες της α.ε. «Βιολογικές Καλλιέργειες Χαλκίδας» (εφεξής ΒΙ.ΚΑ.ΧΑ») και μία επιταγή 250.000 ευρώ που είχε εκδώσει ο Ε υπέρ του Λ από αγορά εγκαταστάσεων αυτόματου ποτισμού, με αναγραφόμενη ημερομηνία έκδοσης την 22.6.2011. Ο Χ δωρίζει 100 ομολογίες στη μνηστή του Β για τη δεύτερη επέτειο της γνωριμίας τους. Ο Λ ενημερώνει τη ΒΙ.ΚΑ.ΧΑ. για την κλοπή την ίδια ημέρα. Η Β εμφανίζεται για να εισπράξει το ποσό των ομολογιών, κατά τη λήξη αυτών, η εταιρία όμως αρνείται διότι οι ομολογίες είναι κλεμμένες, και σε κάθε περίπτωση διότι φέρουν μηχανική απεικόνιση της υπογραφής του εκδότη και συνεπώς είναι άκυρες. Περαιτέρω, ο Χ πλαστογραφεί την υπογραφή του Λ και οπισθογραφεί την επιταγή στο Γ με ρήτρα «άνευ ευθύνης». Ο Γ την οπισθογραφεί στο Δ και ο Δ στην Ζ, πλανηθείς ως προς την πατρότητα του παιδιού της τελευταίας. Η Ζ εμφανίζει σήμερα (23.6.2011) για πληρωμή την επιταγή, πληροφορείται όμως ότι ο Ε έχει ανακαλέσει από τις 10.6.2011, επικαλούμενος ελαττωματικότητα του εξοπλισμού. Μετά τη βεβαίωση άρνησης πληρωμής από την τράπεζα, η Ζ οπισθογραφεί στον Κ. 

Ερωτάται :

α) Είναι βάσιμοι οι ισχυρισμοί της ΒΙ.ΚΑ.ΧΑ. και πώς μπορεί να προστατευθεί ο Λ;

β) Κατά ποιου μπορεί να στραφεί ο Κ και με ποιες αξιώσεις;

γ) Αν πράγματι είχε ελαττώματα ο εξοπλισμός πώς θα μπορούσε να προστατευθεί ο Ε, αν υποτεθεί ότι η επιταγή ήταν ακόμη στην κατοχή του Λ;

Συνοπτικές απαντήσεις από τους διδάσκοντες του Τομέα:

Οι απαντήσεις δίδονται συνοπτικά με σκοπό τη διευκόλυνση της κατανόησης των λύσεων από τους εξεταζόμενους. Για τη βαθμολογία λαμβάνονται υπόψη η ανάλυση και σαφήνεια του συλλογισμού καθώς και η συνολική εικόνα του γραπτού.

1ο ΠΡΑΚΤΙΚΟ

Ως προς τους ισχυρισμούς του Α:

α) περί της έλλειψης νομιμοποίησης του Κ: Επειδή ησυν/κή είναι σε διαταγή, ο κομιστής νομιμοποιείται τυπικά να ζητήσει πληρωμή, αν έχει στην κατοχή του το αξιόγραφο και στηρίζει το δικαίωμά του σε αδιάκοπη σειρά οπισθογραφήσεων. Για να ελεγχθεί η αδιάκοπη σειρά, εξετάζουμε την εξωτερική συνέχεια των οπισθογραφήσεων. Στο παρόν πρακτικό, ο Λ οπισθογράφησε στον Μ με όρο, ο οποίος θεωρείται μη γεγραμμένος και δεν θίγει την τυπική και ουσιαστική εγκυρότητα της οπισθογράφησης (άρθ. 12). Ο Μ οπισθογράφησε στον Ν, ο οποίος και αποβιώνει. Ο θάνατος του Ν δημιουργεί εξωτερικό κενό στη σειρά των οπισθογραφήσεων. Δεδομένου όμως ότι ο μετέπειτα οπισθογράφος Ξ (γιος του Ν και μοναδικός του κληρονόμος) νομιμοποιείται ουσιαστικά διότι απέκτησε το αξιόγραφο με καθολική διαδοχή, το εξωτερικό κενό μπορεί να καλυφθεί με την απόδειξη της απόκτησης που μεσολάβησε κατά το κοινό δίκαιο (π.χ. κληρονομητήριο). Ο Ξ οπισθογραφεί περαιτέρω στον Κ με κανονική και πλήρη οπισθογράφηση, η οποία έλαβε χώρα εντός των 2 ημερών μετά τη λήξη της συν/κής. Συνεπώς ο πρώτος ισχυρισμός είναι αβάσιμος.

β) περί της ακυρότητας της αποδοχής λόγω αναντιστοιχίας ποσών: ο Α αποδέχθηκε για ποσό μεγαλύτερο του αναγραφομένου στη συ/κή. Η αποδοχή είναι ισχυρή για το αναγραφόμενο στη συν/κή ποσό (70.000), για το δε υπερβάλλον, η αποδοχή μπορεί να θεωρηθεί κατά μετατροπή ως αφηρημένη αναγνώριση χρέους.

γ) περί της αποδοχής ευκολίας: Η επίκληση της χαριστικής φύσης της αποδοχής συνιστά προσωπική ένσταση, η οποία παρουσιάζει την εξής ιδιομορφία: δεν προβάλλεται ούτε κατά των κομιστών που γνώριζαν τη χαριστική φύση της ανάληψης. Και τούτο διότι η γνώση περί της αυξήσεως της πιστωτικής αξίας της συν/κής δεν είναι επιλήψιμη. Συνεπώς, η ένσταση μπορεί να προβληθεί μόνο εναντίον αυτού υπέρ του οποίου αναλήφθηκε κατά χάρη η υποχρέωση (Ε) ή κατά του κομιστή που ενήργησε αποδεδειγμένα με πρόθεση βλάβης. Άρα, στο πρακτικό, είναι αδιάφορο το γεγονός ότι ο Κ τελούσε εν γνώσει της αποδοχής ευκολίας, καθώς και ο χρόνος που έλαβε γνώση αυτής.

Ως προς τους ισχυρισμούς του Ε:

α) περί της μετατροπής: Ορθώς ισχυρίζεται ο Ε ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις μετατροπής, διότι δεν έχουμε περίπτωση άκυρου αξιογράφου αλλά παραγραφής των αναγωγικών δικαιωμάτων του Λ.

β) Περί της αναγκαίας άσκησης λοιπών αξιώσεων: Δεν τίθεται ζήτημα άσκησης αξιώσεων από τη συν/κή διότι όλες αξιώσεις κατά των αναγωγικών οφειλετών αλλά και κατά του κύριου οφειλέτη έχουν παραγραφεί (παρέλευση τριετίας για τις αξιώσεις κατά του αποδέκτη). Όσον αφορά τις αξιώσεις από την υποκείμενη σχέση, η νομολογία δέχεται πράγματι, βασιζόμενη στον επικουρικό χαρακτήρα της αγωγής αδικαιολόγητου πλουτισμού, ότι ο ενάγων υφίσταται βλάβη όταν έχει χάσει οποιαδήποτε δυνατότητα ικανοποίησης, συμπεριλαμβανομένης της αγωγής από την υποκείμενη σχέση. Η άποψη αυτή αποτελεί αντικείμενο κριτικής από τη θεωρία διότι προσκρούει στον αφηρημένο χαρακτήρα της συν/κής, παραγνωρίζει την ειδική ρύθμιση του άρθρου 80 και επιφέρει αρνητικές συνέπειες στην πράξη (αδυναμία άσκησης αγωγής αδικαιολόγητου πλουτισμού). Ορθότερη είναι λοιπόν η άποψη που θεωρεί τις δύο αγωγές συντρέχουσες.

γ) περί της έλλειψης πλουτισμού: για την εξεύρεση του προσώπου που πλούτισε ακολουθείται η θεωρία της διαφοράς κέρδους. Εξετάζεται δηλ. τι έδωσαν και πήραν τα μέρη με βάση τις υποκείμενες σχέσεις. Στο παρόν πρακτικό, ο Α αποδέχθηκε χάριν ευκολίας, άρα δεν έλαβε κάλυψη από τον Ε. Προφανώς λοιπόν εκείνος που κατέστη πλουσιότερος, λόγω μη πληρωμής της συν/κής, είναι ο Ε. 

2 ΠΡΑΚΤΙΚΟ 

Α. Ως προς την τύχη των ανωνύμων ομολογιών

Για τη μεταβίβαση των ανωνύμων χρεογράφων, και εν γένει αξιογράφων, ισχύουν οι κανόνες μεταβίβασης των κινητών (1034 επ. ΑΚ). Μεταβιβάζονται δηλ. με συμφωνία και παράδοση. Συνεπώς, η Β, ούσα καλόπιστη, κατέστη κυρία των ομολογιών που τις παρέδωσε ο Χ, και άρα η ΒΙ.ΚΑ.ΧΑ. υποχρεούται να καταβάλει σε αυτήν το οφειλόμενο ποσό. Ο πρώτος ισχυρισμός της ΒΙ.ΚΑ.ΧΑ. ότι οι ομολογίες ήταν κλεμμένες δεν επηρεάζει την προηγούμενη απάντηση. Η εταιρεία δεν επικαλείται κακή πίστη της Β, η οποία θα την καθιστούσε μη δικαιούχο κομιστή, και συνεπώς η καταβολή του ποσού σε αυτήν σε συνιστά ενέργεια αντίθετη στην καλή πίστη (αν. άρθ. 889ΑΚ). Και ο δεύτερος ισχυρισμός της ΒΙ.ΚΑ.ΧΑ είναι αβάσιμος διότι ειδικά για τους ανώνυμους τίτλους που εκδίδονται σε μεγάλο αριθμό, ως ιδιόχειρη υπογραφή ισχύει και η αποτύπωσή της με μηχανικό μέσο.

Ο Λ δεν έχει αξίωση κατά της εταιρίας σε περίπτωση που καταβάλει στη Β, κυρία των ομολογιών. Ο Λ έχει αξίωση κατά του Χ από αδικοπραξία (914 ΑΚ) αλλά όχι από αδικαιολόγητο πλουτισμό (διότι ο Χ δώρισε τις ομολογίες στη μνηστή του). Ο Λ δεν έχει αξίωση αδικοπραξίας κατά της Β, αλλά έχει κατ’αυτής αξίωση αδικαιολόγητου πλουτισμού διότι απέκτησε τις ομολογίες από χαριστική αιτία (913 ΑΚ).

Β. Αξιώσεις του Κ:

Κατά του Λ: Δεν μπορεί να στραφεί αναγωγικώς διότι η υπογραφή του έχει πλαστογραφηθεί. Πρόκειται για ένσταση εγκυρότητας που προβάλλεται κατά παντός.

Κατά του Χ: Μπορεί να στραφεί καταρχάς αναγωγικώς με αναλογική εφαρμογή των διατάξεων περί ψευδοαντιπροσώπου (άρθ. 8). Με τη ρήτρα άνευ ευθύνης, ο οπισθογράφος απαλλάσσεται όμως από την εγγυητική του ευθύνη έναντι όλων των μεταγενέστερων υπογραφέων.

Κατά του Δ:. Ο Δ μπορεί να προβάλει κατά του Κ την ένσταση της πλάνης. Πρόκειται για ένσταση εγκυρότητας που προβάλλεται κατά του αμέσως ενδιαφερόμενου πρώτου αποκτώντος (Ζ) και κατά του κατά του κακόπιστου δεύτερου αποκτώντος. Στο πρακτικό όμως, ο Κ απέκτησε την επιταγή με όψιμη οπισθογράφηση (μετά τη βεβαίωση άρνησης πληρωμής) η οποία επιφέρει τις συνέπειες απλής εκχώρησης. Συνεπώς, οι ενστάσεις που μπορούν να προβληθούν κατά της εκχωρητού Ζ, μπορούν να προβληθούν και κατά του Κ.

Κατά του Ε: Η επιταγή ήταν μεταχρονολογημένη και πληρωτέα εν όψει (άρθ. 28) Ο Ε την ανακάλεσε εντός του χρόνου που μπορούσε να εμφανισθεί νομίμως για πληρωμή. Η ανάκληση της επιταγής εντός της προθεσμίας εμφάνισης εξομοιώνεται από τη νομολογία με έκδοση ακάλυπτης επιταγής. Συνεπώς ο Κ έχει κατά του Ε αξιώσεις από αναγωγή και από αδικοπραξία (914 ΑΚ, όπου το παράνομο συνιστά η αν. εφαρμογή του άρθ. 79).

Γ. Ως προς τη δυνατότητα προστασίας του Ε:

Αν η επιταγή είναι ακόμα στην κατοχή του Λ και δεν έχει κυκλοφορήσει, ο Ε θα μπορούσε:

(α)  να υπαναχωρήσει από την υποκείμενη σύμβαση μεταξύ Ε - Λ σύμφωνα με τους όρους της ΑΚ 383,

(β) μετά την υπαναχώρηση και την υποχρέωση απόδοσης των εκατέρωθεν παροχών που καταβλήθηκαν στο πλαίσιο της συμβάσεως, να αξιώσει με ασφαλιστικά μέτρα νομής την απόδοση του τίτλου της επιταγής.

Η επιταγή είναι κι αυτή παροχή που δόθηκε από τον Ε στο Λ στο πλαίσιο της σύμβασης και μετά την υπαναχώρηση από τη σύμβαση μπορεί να αξιωθεί η απόδοσή της ως κινητού πράγματος (τίτλου) κατά τις διατάξεις περί νομής. 

---------------------------------------------------------------------------------------------------------

Ιούνιος 2011 (Β' Σειρά):

ΠΡΑΚΤΙΚΟ 1ο 

Ο Ε αναθέτει στον παλαιό γνωστό του Λ την επισκευή του πατρικού του σπιτιού και εκδίδει υπέρ αυτού συν/κή λευκή ως προς το ποσό, επειδή το κόστος των εργασιών δεν έχει υπολογισθεί ακόμη. Οι Ε και Λ συμφωνούν να τη συμπληρώσει αργότερα ο Λ, κατόπιν συνεννόησης με τον Ε. Τη συναλλαγματική αποδέχεται αυθημερόν, ως έχει, ο Α, οφειλέτης του Ε, ο οποίος γνωρίζει προ πολλού τόσο τον Ε όσο και τον Λ και τους έχει απόλυτη εμπιστοσύνη. Οι Ε και Λ συμφωνούν ότι το κόστος επισκευής ανέρχεται σε 55.000 ευρώ, ο Λ όμως, όντας εκτεθειμένος σε χρέη, αναγράφει 90.000 ευρώ αριθμητικώς και οπισθογραφεί τη συν/κή στον προμηθευτή του Μ. Ο Μ οπισθογραφεί στο Ν «ουχί σε διαταγή». Ο Ξ, υπάλληλος του Ν, κλέβει τη συν/κή, αλλοιώνει το ποσό σε 190.000 ευρώ και οπισθογραφεί στον Π, πλαστογραφώντας την υπογραφή του Ξ. Ο Π οπισθογραφεί εν λευκώ στον Ρ, με τη συμφωνία να την εμφανίσει μόνο για να την εισπράξει, αλλά ο Ρ τη μεταβιβάζει με συμφωνία και παράδοση στον Κ. Ο Κ εμφανίζει προς πληρωμή στον Α, ο οποίος αρνείται λόγω έλλειψης τυπικής νομιμοποίησης, και στη συνέχεια στον Ε, ο οποίος ισχυρίζεται ότι η συν/κή είναι άκυρη λόγω αντισυμβατικής συμπλήρωσης. Νομιμοποιείται ο Κ να ζητήσει την πληρωμή της συν/κής, από ποιον και για ποιο ποσό; 

ΠΡΑΚΤΙΚΟ 2ο

Ο Α είναι νόμιμος εκπρόσωπος της ανώνυμης εταιρίας «ΖΖΖ ΑΕ». Την 5/1/2011 η πιο πάνω εταιρία δανείζεται από τον τοκογλύφο Λ1 20.000 € για τις ανάγκες της με υποχρέωση να επιστρέψει στις 31.3.2011 συνολικό κεφάλαιο και τόκους ύψους 50.000 €. Για εξασφάλισή του ο Λ1 ζητά και λαμβάνει από την εταιρία μεταχρονολογημένη επιταγή ποσού 50.000 € στον κομιστή, με φερόμενη ημερομηνία έκδοσης την 31.3.2011, την οποία υπογράφει ο Α κάτω από τη σφραγίδα της εταιρίας. Ο Λ1 παραδίδει την επιταγή χωρίς οπισθογράφηση στον Λ2 στις 10/1/11 και αυτός με τη σειρά του την παραδίδει πάλι χωρίς οπισθογράφηση στον Λ3 την 1/2/11. Την 5/2/11 ο Λ3 οπισθογραφεί την επιταγή στον Λ4 και στις 10/2/11 ο Λ4 την οπισθογραφεί στον Λ5. Στις 31/3/11 ο Λ5 εμφανίζει την επιταγή στην πληρώτρια Τράπεζα. Αυτή βλέποντας πως ο λογαριασμός της εταιρίας δεν έχει επαρκές υπόλοιπο ενημερώνει την εταιρία ότι η εν λόγω επιταγή έχει εμφανιστεί για πληρωμή. Τότε ο Α καταφθάνει στο κατάστημα της Τράπεζας και ενημερώνει τον Λ5 ότι η επιταγή αυτή είναι προϊόν τοκογλυφίας. Ο Λ5, ωστόσο, επιμένει και σφραγίζει την επιταγή. Την 11/4/11 ο Λ5, για να μην μπλέξει περισσότερο, αλλά και για να μην χάσει τα λεφτά του, αποφασίσει και οπισθογραφεί την επιταγή στον Λ6.

Ερωτήματα:

α) Μπορεί ο Λ6 να στραφεί κατά της εταιρίας ΖΖΖ αε ; Να αξιολογήσετε όλες τις πιθανές νομικές βάσεις.

β) Μπορεί ο Λ6 να στραφεί κατά του νομίμου εκπροσώπου Α; Να αξιολογήσετε όλες τις πιθανές νομικές βάσεις.

γ) Μπορεί ο Λ6 να στραφεί κατά των Λ1, Λ2, Λ3, Λ4, Λ5 ή Λ6; Να απαντήσετε ξεχωριστά για τον καθένα αξιολογώντας όλες τις πιθανές νομικές βάσεις. 

Συνοπτικές απαντήσεις από τους διδάσκοντες του Τομέα:
Οι απαντήσεις δίδονται συνοπτικά με σκοπό τη διευκόλυνση της κατανόησης των λύσεων από τους εξεταζόμενους. Για τη βαθμολογία λαμβάνονται υπόψη η ανάλυση και σαφήνεια του συλλογισμού καθώς και η συνολική εικόνα του γραπτού.

1ο ΠΡΑΚΤΙΚΟ

O ισχυρισμός του Α είναι εσφαλμένος. Ο Κ είναι νόμιμος κομιστής της συναλλαγματικής καθ΄όσον υπάρχει μια αδιάκοπη σειρά οπισθογραφήσεων (η πλαστή οπισθογράφηση δεν την αναιρεί) και η τελευταία οπισθογράφηση του Π είναι λευκή, άρα οποιοσδήποτε κομιστής μετά από αυτήν νομιμοποιείται τυπικά.

Ο ισχυρισμός του Ε είναι επίσης εσφαλμένος. Η αντισυμβατική συμπλήρωση λευκής συναλλαγματικής δεν την καθιστά άκυρη.

Ο Κ εφ΄όσον τηρήσει τις διατυπώσεις επιμέλειας (εμπρόθεσμη εμφάνιση της συναλλαγματικής στον τόπο πληρωμής κατά τη λήξη της και σύνταξη διαμαρτυρικού) έχει αναγωγικά δικαιώματα και δύναται να στραφεί:

Κατά του Π . Ο Π έχει κάνει καλυμμένη πληρεξουσιοδοτική οπισθογράφηση στον Ρ. Ο Ρ θα μπορούσε να κάνει μόνο πληρεξουσιοδοτική οπισθογράφηση αλλά αυτό δεν αντιτάσσεται από τον Π σε επόμενο καλόπιστο κομιστή όπως εδώ ο Κ που το αγνοεί. Ο Π οφείλει 190.000 Ευρώ γιατί υπέγραψε τη συναλλαγματική μετά την αλλοίωσή της (άρ.69).

Κατά του Ρ δεν μπορεί να στραφεί γιατί την μεταβίβασε με συμφωνία και παράδοση και δεν υπέγραψε επί της συναλλαγματικής αναλαμβάνοντας ευθύνη.

Κατά του Ν δεν μπορεί να στραφεί γιατί θα του προβάλλει την ένσταση πλαστογραφίας της υπογραφής του που προτείνεται κατά παντός.

Μπορεί να στραφεί κατά του πλαστογράφου Ξ, ο οποίος ευθύνεται όπως ευθύνεται ο ψευδοπληρεξούσιος ( άρ.8) και οφείλει επίσης 190.000 Ευρώ.

Δεν μπορεί να στραφεί κατά του Μ, λόγω της ρήτρας ουχί εις διαταγήν. Με αυτή τη ρήτρα ο οπισθογράφος δεν καθιστά τη συναλλαγματική ονομαστικό αξιόγραφο αλλά περιορίζει την ευθύνη του μόνο απέναντι στο υπέρ ου η οπισθογράφηση, δηλαδή εδώ στον Ν ( άρ.15).

Μπορεί να σταφεί κατά των Λ και Ε, οι οποίοι οφείλουν 90.000 Ευρώ, ήτοι το πριν την αντισυμβατική συμπλήρωση ποσό. Ο Ε δεν μπορεί να επικαλεσθεί την αντισυμβατική συμπλήρωση του Λ (άρθ.10) και να πληρώσει 55.000 Ευρώ.

Ο Κ μπορεί τέλος να στραφεί ευθέως (χωρίς διατυπώσεις επιμέλειας) κατά του αποδέκτη Α, ο οποίος επίσης οφείλει 90.000 Ε, ήτοι το πριν την αντισυμβατική συμπλήρωση ποσό. Και ο Α δεν μπορεί να επικαλεσθεί την αντισυμβατική συμπλήρωση του Λ (άρθ.10) γιατί ο Κ δεν απέκτησε κακόπιστα τη συναλλαγματική, γνωρίζοντας δηλαδή την αντισυμβατική συμπλήρωση.

2ο ΠΡΑΚΤΙΚΟ

Η επιταγή που εκδίδεται είναι :
  • μεταχρονολογημένη, άρα πληρωτέα εν όψει (αρ. 28).
  • Στον κομιστή (αρ. 5), άρα μεταβιβάζεται με συμφωνία και παράδοση ως ανώνυμος τίτλος, και ακόμα κι αν οπισθογραφηθεί δεν τρέπεται σε εις διαταγήν αλλά παραμένει ανώνυμη (αρ. 20). Ο οπισθογράφος ευθύνεται εξ αναγωγής (αρ. 20).
  • Η ένσταση της τοκογλυφίας είναι προσωπική ένσταση στις σχέσεις ΖΖΖ αε και Λ1 και δεν προβάλλεται στους επόμενους κομιστές που είναι καλόπιστοι (αρ. 22).

(Θα θεωρηθεί δεκτή και η άποψη ότι η ένσταση της τοκογλυφίας θα μπορούσε να προταθεί αν συνδυαστεί με τη θεωρία δόσεως και λήψεως (συμβατική θεωρία). Στην περίπτωση αυτή η επιχειρηματολογία είναι ότι η ένσταση της τοκογλυφίας πλήττει το κύρος της σύμβασης δόσης και λήψης και ως εκ τούτου είναι άκυρη εξ αρχής η ίδια η σύμβαση της επιταγής. Άρα το μεταβιβαζόμενο με τις οπισθογραφήσεις που ακολούθησαν δικαίωμα είναι νομικά άκυρο. Αντένσταση στην ένσταση της τοκογλυφίας μπορεί να είναι η θεωρία του φαινομένου δικαίου, δηλ. ότι η ΖΖΖ αε ως εκδότης, παρά την ακυρότητα της επιταγής λόγω της τοκογλυφίας θα ευθύνεται έναντι των μεταγενέστερων καλής πίστης κομιστών, λόγω του ότι συμπράττοντας στην κυκλοφορία του αξιογράφου τους προκάλεσε την εύλογη πεποίθηση ότι αυτή είναι έγκυρη).

Η απάντηση που ακολουθεί στηρίζεται στο σκεπτικό ότι η ένσταση τοκογλυφίας είναι προσωπική και μη προβαλλόμενη στους καλόπιστους.

Η οπισθογράφηση από τον Λ5 στον Λ6 είναι μεταγενέστερη της σφράγισης, άρα είναι μετοπισθογράφηση και παράγει τα αποτελέσματα κοινής εκχώρησης (αρ. 24). Ο Λ5 μεταβιβάζει στον Λ6 κατά το κοινό δίκαιο (εκχώρηση) τα δικαιώματα που έχει από την επιταγή.

Επομένως, για τα Ερωτήματα:
  • Ο Λ5 εκχωρεί στον Λ6 κατά το κοινό δίκαιο τα δικαιώματα που έχει κατά της ΖΖΖ αε.
  • Τα εκχωρεί όμως βεβαρυμένα με τις ενστάσεις που υπήρχαν όταν τα μεταβίβασε – δεν ισχύει ο περιορισμός των ενστάσεων. Ο Λ5 γνωρίζει την τοκογλυφία. Όμως κρίσιμος χρόνος για τη γνώση (καλή ή κακή πίστη) είναι ο χρόνος που ο Λ5 απόκτησε την επιταγή από το δικαιοπάροχό του Λ4 και όχι ο μεταγενέστερος χρόνος κατά τον οποίο λαμβάνει γνώση της τοκογλυφίας. Στην εκχώρηση εφαρμόζεται η ΑΚ 463 κατά την οποία ο οφειλέτης (ΖΖΖ αε) μπορεί να αντιτάξει κατά του εκδοχέα (Λ6) τις ενστάσεις που είχε κατά του εκχωρητή (Λ5) πριν την αναγγελία. Δηλ. ο οφειλέτης (ΖΖΖ αε) κατά του εκχωρητή (Λ5) δεν μπορούσε να αντιτάξει την ένσταση τοκογλυφίας. Άρα δεν μπορεί να την αντιτάξει ούτε κατά του Λ6. Επίσης, ο Λ6, όταν του μεταβιβάζεται (με εκχώρηση) η επιταγή, δεν γνωρίζει την τοκογλυφίας, δηλ. είναι κι αυτός ως αποκτών καλής πίστης. Άρα η ένσταση τοκογλυφίας δεν προτείνεται κατά του Λ6. Άρα ο Λ6 έχει τις εξής αξιώσεις κατά της εκδότριας ΖΖΖ αε:
Α. Την αξιογραφική αγωγή (αρ. 40) αφού έχουν τηρηθεί οι διατυπώσεις επιμέλειας,
Β. την αδικοπρακτική αγωγή του αρ. 79 και ΑΚ 914, 919






  • 2. Κατά του νομίμου εκπροσώπου Α ο Λ6 έχει τις αξιώσεις που είχε κατ’ αυτού κατά το κοινό αστικό δίκαιο o Λ5, δηλ.

  • Α. Την αγωγή αδικοπραξίας των αρ. 79, ΑΚ 914, 71.
    Β. Την έγκληση του ποινικού αδικήματος του αρ. 79.

    3. Κατά των οπισθογράφων Λ3 και Λ4 ο Λ6 έχει τις αξιώσεις που είχε κατ’ αυτών ο κατά το κοινό δίκαιο δικαιοπάροχός του Λ5, δηλ. έχει τις αξιώσεις της αξιογραφικής αναγωγής, αφού έχουν τηρηθεί οι διατυπώσεις επιμέλειας (αρ. 40).Οι Λ1 και Λ2 δεν ευθύνονται γιατί μεταβίβασαν με συμφωνία και παράδοση.

    Κατά του Λ5 ο Λ6 έχει τις κατά το κοινό δίκαιο της εκχώρησης αξιώσεις για την εκχωρούμενη απαίτηση. Δηλ. απέναντι στον Λ6 ο Λ5 ευθύνεται για την ύπαρξη της εκχωρούμενης απαίτησης αν η μετοπισθογράφηση έγινε για επαχθή αιτία και δεν ευθύνεται καθόλου αν η μετοπισθογράφηση έγινε χαριστικά.

    -------------------------------------------------------------------------------------------------------

    Μάρτιος 2012:

    Πρακτικό 1ο

    Ο Ε εκδίδει την 1η Μαρτίου 2011 συναλλαγματική προς τον Λ για 100.000 ευρώ με ημερομηνία λήξης 20.6.2011 και με ρήτρα ανέξοδος επιστροφή. Την 22.6.2011 ο Λ οπισθογραφεί στον Α. Ο Α εμφανίζεται την ίδια μέρα 22.6.2011 στον πληρωτή Π, ο οποίος δέχεται να καταβάλει τμήμα του ποσού της συναλλαγματικής και συγκεκριμένα 20.000 ευρώ. Ο Α αρνείται και στη συνέχεια την 20.7.2011 οπισθογραφεί τη συναλλαγματική στον Κ χωρίς σημείωση της ημερομηνίας οπισθογράφησης. Ο Κ στρέφεται κατά του εκδότη Ε. Ο Ε αντιτείνει:

    α) ότι η οφειλή του είναι μειωμένη κατά το ποσό που προσέφερε ο Π, και σε κάθε περίπτωση ότι ο Κ έπρεπε πρώτα να στραφεί κατά του Π για το σύνολο του ποσού

    β) ότι η ρήτρα "ανέξοδος επιστροφή" καλύπτει μόνο τον Λ, και όχι τους επόμενους κομιστές που πρέπει να μεριμνήσουν για τη σύνταξη διαμαρτυρικού.

    γ) οτι σε κάθε περίπτωση πρέπει να συμψηφισθούν στην οφειλή του από τη συναλλαγματική εξωαξιογραφική απαίτηση κατά του Λ ύψους 50.000 ευρώ

    Ποιά θα ήταν η απάντησή σας στα παραπάνω ερωτήματα αν η οπισθογράφηση από τον Λ στον Κ συνοδευόταν από τη σημείωση της χρονολογίας της, την 20.7.2011;

    Ποιά θα ήταν η απάντησή σας στα παραπάνω ερωτήματα αν ο εκδότης δεν είχε θέσει τη ρήτρα "ανέξοδος επιστροφή";

    Πρακτικό 2ο

    Ο Ε εκδίδει την 1η Φεβρουαρίου 2011 μεταχρονολογημένη επιταγή ποσού 200.000 ευρώ σε διαταγή του Λ, και προς διευκόλυνση αυτού, με πληρώτρια την Τράπεζα Τ και ημερομηνία 1.3.2012. Ο Λ την οπισθογραφεί λευκά και την παραδίδει στον Β. Ο Β την παραδίδει στον Γ. Ο Γ τη χάνει. Τη βρίσκει ο Δ και την οπισθογραφεί στον Ζ με τη ρήτρα ουχι εις διαταγήν. Ο Ζ την οπισθογραφεί λόγω πληρεξουσιότητας στον Κ. Ο Κ εμφανίζει την επιταγή προς πληρωμή στο κατάστημα της Τ επί της οδού Βουκουρεστίου, την 28.2.2012 παρά την προφορική υπόσχεση του Λ προς τον Ε να περιμένει μέχρι την αναγραφόμενη στην επιταγή ημερομηνία έκδοσης. Η Τ αρνείται την πληρωμή λόγω έλλειψης διαθεσίμων και βεβαιώνει τη σχετική άρνησή της σε ξεχωριστό υπογεγραμμένο έγγραφο που επισυναπτει στην επιταγή. Κατά ποίων μπορεί να στραφεί ο Κ και ποιές ενστάσεις μπορούν βασίμως να προβληθούν;

    Να απαντηθούν και τα δύο πρακτικά.

    ------------------------------------------------------------------------------------------------

    Ιούλιος 2012 (Σειρά Α'):

    Πρακτικό 1ο:

    Ο έμπορος Ε έχει προβεί σε παραγγελία υλικών για το κατάστημά του, αξίας 35.00 ευρώ και εκδίδει υπέρ του πωλητή Λ, την 1.10.2011, ισόποσο γραμμάτιο σε διαταγή. Παραλείπει όμως να αναγράψει τη λήξη. Στο εμπρόσθιο μέρος του γραμματίου υπογράφει χωρίς άλλη μνεία και ο πατέρας του Ε, Α. Ο Λ οπισθογραφεί το γραμμάτιο στον Μ, εκμισθωτή των γραφείων όπου στεγάζεται η εταιρία του Λ με τη ρήτρα "ουχί σε διαταγή". Ο Μ θέτει λευκή οπισθογράφηση και παραδίδει τον τίτλο στον Ν και ο Ν με τη σειρά του τον παραδίδει στον Ξ. Ο Ξ εμφανίζει το γραμμάτιο προς πληρωμή στον Ε, την 30.5.2012 αλλά ο Ε αρνείται, επικαλούμενος α) ακυρότητα του αξιογράφου, λόγω έλλειψης τυπικών στοιχείων, β) εκπρόθεσμη εμφάνιση λόγω παρέλευσης της εξάμηνης παραγραφής που προβλέπεται για τον εκδότη. Ο Ξ εμφανίζει την ίδια μέρα το γραμμάτιο προς πληρωμή στον Α, ο οποίος αρνείται επίσης επικαλούμενος ότι: α) η υπογραφή του θεωρείται μη γεγραμμένη διότι δεν νοείται αποδοχή γραμματίου, β) τα υλικά είναι στο μεγαλύτερο μέρος τους ακατάλληλα και γ) σε κάθε περίπτωση, ο Ξ δεν νομιμοποιείται ως κομιστής. Κατόπιν τούτου, ο Ξ συντάσσει διαμαρτυρικό και στη συνέχεια οπισθογραφεί το γραμμάτιο στον Κ. Ο Κ, στη συνέχεια, ασκεί τις αξιώσεις από το αξιόγραφο κατά των Ε, Λ, Μ, Ν, Ξ, και επικουρικώς αξιώσεις από αδικαιολόγητο πλουτισμό κατά των αυτών προσώπων. Αξιολογείστε τους ισχυρισμούς των Ε και Α και τη βασιμότητα των αξιώσεων του Κ κατά των Ε, Λ, Μ, Ν, Ξ.

    Ενδεικτικές απαντήσεις από τον Τομέα Εμπορικού Δικαίου

    Στο γραμμάτιο σε διαταγή εφαρμόζονται, εφόσον δεν είναι ασυμβίβαστες με τη φύση του τίτλου, οι διατάξεις περί συναλλαγματικής (άρθ. 77). Επί τη βάσει της επισήμανσης αυτής, αξιολογούνται καταρχήν οι ισχυρισμοί των Ε και Α.

    Ισχυρισμοί Ε:

    α) ακυρότητα αξιογράφου λόγω έλλειψης τυπικών στοιχείων: Αβάσιμος διότι η έλλειψη χρόνου λήξης αναπληρώνεται ερμηνευτικά. Σύμφωνα με το άρθ. 76 (2), το γραμμάτιο σε διαταγή (ΓΕΔ) του οποίου δεν σημειούται η λήξη θεωρείται πληρωτέο εν όψει.

    β) εκπρόθεσμη εμφάνιση: Ισχυρισμός επίσης αβάσιμος διότι το ΓΕΔ που εκδίδεται εν όψει είναι εμφανιστέο προς πληρωμή εντός προθεσμίας ενός έτους από την χρονολογία έκδοσης (άρθ. 34 (2)). Το παρόν ΓΕΔ εμφάνιστηκε μέσα στο έτος και συνεπώς δεν τίθεται ζήτημα εκπρόθεσμης εμφάνισης. Εκ του περισσού αναφέρεται ότι ως προς τον εκδότη ΓΕΔ εφαρμόζεται η προθεσμία παραγραφής που ισχύει για τον αποδέκτη συν/κής (3 έτη).

    Ισχυρισμοί Α:

    α) Μη γεγραμμένη υπογραφή: Ισχυρισμός επίσης αβάσιμος. Η υπογραφή του Α στο εμπρόσθιο μέρος του ΓΕΔ υπέχει θέση τριτεγγύησης. Σε περίπτωση μάλιστα που δεν σημειώνεται υπέρ ποίου δίδεται, θεωρείται ότι έχει δοθεί υπέρ του εκδότη του ΓΕΔ (άρθ. 77(3)).

    β) Ακαταλληλότητα υλικών: πρόκειται για προσωπική ένσταση που απορρέει από τη σύμβαση πώλησης μεταξύ Ε και Λ, η οποία δεν μπορεί να προβληθεί από τον τριτεγγυητή (αυτοτέλεια τριτεγγύησης).

    γ) Έλλειψη νομιμοποίησης του κομιστή: Αβάσιμος ισχυρισμός. Ο κάτοχος ΓΕΔ που στηρίζει το δικαίωμά του σε αδιάκοπη σειρά οπισθογραφήσεων θεωρείται νόμιμος κομιστής ακόμη και αν η τελευταία οπισθογράφηση είναι λευκή (άρθ. 77 και 16(1)).  Ο Ξ συντάσσει διαμαρτυρικό και οπισθογραφεί το ΓΕΔ στον Κ. Πρόκειται για όψιμη οπισθογράφηση που επιφέρει τις συνέπειες της κοινής εκχώρησης (άρθ. 77 και 20(1)).  Δεδομένου ότι ο Ξ έχει τηρήσει τις διατυπώσεις επιμέλειας, σημειώνονται τα ακόλουθα ως προς τις αξιώσεις του Κ από το αξιόγραφο:

    Κατά του Ε: μπορεί να στραφεί εντός τριετίας από την έκδοση του ΓΕΔ. Η τήρηση των διατυπώσεων επιμέλειας δεν έχει σημασία εδώ διότι ο Ε ευθύνεται ως κύριος οφειλέτης.

    Κατά του Λ: δεν μπορεί να στραφεί αναγωγικώς διότι ο Λ έχει θέση τη ρήτρα «ουχί σε διαταγή», που σημαίνει ότι ευθύνεται έναντι του υπέρ ου η οπισθογράφηση, όχι όμως απέναντι στους λοιπούς υπογραφείς.

    Κατά του Μ: μπορεί να στραφεί αναγωγικώς διότι έχουν τηρηθεί οι διατυπώσεις επιμέλειας.

    Κατά του Ν: δεν μπορεί να στραφεί διότι ο Ν δεν εμφανίζεται στη σειρά των Οπισθογράφων. Ο ίδιος μεταβίβασε με συμφωνία και παράδοση.

    Κατά του Ξ: δεν μπορεί να στραφεί αναγωγικώς, αλλά μόνο με βάση τη σχέση της εκχώρησης.

    Τέλος, αξιώσεις από αδικαιολόγητο πλουτισμό μπορούν μόνο να ασκηθούν εφόσον ο κομιστής έχει χάσει όλες τις αξιογραφικές του αξιώσεις, λόγω έκπτωσης ή παραγραφής. Τέτοια περίπτωση δεν συντρέχει εδώ. Συνεπώς ο Κ δεν δύναται να ασκήσει τις αξιώσεις που απορρέουν από το άρθ. 80.

    ***

    Πρακτικό 2ο:

    Για την εξόφληση μεταφορικών υπηρεσιών, ο Ε εκδίδει την 1.2.2012 επιταγή ποσού 60.000 ευρώ, με τόκο 5%, υπέρ του Λ και με πληρώτρια την Αγροτική Τράπεζα (ΑΤΕ). Ο Ε κάνει ρητή μνεία στην επιταγή ότι το ποσό αυτής θα πληρωθεί από τραπεζικό λογαριασμό του που τηρεί στην ΑΤΕ. Ο Λ οπισθογραφεί στον Μ, αυτός με τη σειρά του λόγω ενεχύρου στον Ν και ο Ν στον Κ. Ο Κ εμφανίζει την επιταγή για πληρωμή στην πληρώτρια Τράπεζα η οποία αρνείται να βεβαιώσει πάνω στο σώμα της επιταγής την άρνηση πληρωμής, ισχυριζόμενη ότι: α) η επιταγή είναι άκυρη διότι δεν έχει εκδοθεί σε έντυπο τηα Τράπεζας, και επίσης διότι περιέχει ρήτρα τόκου και αναφορά στον τρόπο πληρωμής, β) ότι δεν χωρεί οπισθογράφηση μετά την ενεχύραση επιταγής, και γ)ότι, σε κάθε περίπτωση, η επιταγή καλύπτει και οφειλή από παράνομο στοίχημα μεταξύ Ε και Λ. Ο Κ συντάσσει διαμαρτυρικό, εντός της προθεσμίας εμφάνισης, αλλά διστάζει να προβεί σε περαιτέρω ενέργειες. Την 2.7.2012 στρέφεται κατά της ΑΤΕ με αγωγή αδικοπραξίας λόγω μη βεβαίωσης της άρνησης πληρωμής και κατά των προηγούμενων υπογραφέων με βάση το αξιόγραφο. Ο Ε προβάλλει την ένσταση του παράνομου στοιχήματος, ο Λ την απώλεια, άλλως παραγραφή, των αναγωγικών αξιώσεων και ο Μ ένσταση περί μη καταβολής του δανείου για το οποίο δόθηκε η εξασφάλιση στον Ν. Ο Ν ισχυρίζεται τέλος ότι δεν ευθύνεται έναντι του Κ. Αξιολογείστε τους παραπάνω ισχυρισμούς και εξετάστε κατά ποίων μπορεί να στραφεί ο Κ.

    Ενδεικτικές απαντήσεις από τον Τομέα Εμπορικού Δικαίου

    Ως προς τους ισχυρισμούς της ΑΤΕ:  

    α) Ακυρότητα λόγω ρητρών: Ο ισχυρισμός είναι αβάσιμος. Καταρχήν, η επιταγή είναι έγκυρη ως αξιόγραφο εφόσον συγκεντρώνει τα προβλεπόμενα εκ του νόμου τυπικά στοιχεία. Η χρήση συγκεκριμένου εντύπου δεν συνιστά τυπική προϋπόθεση (αλλ’ενδεχομένως υποχρέωση του εκδότη έναντι της Τράπεζας με βάση τη σύμβαση επιταγής). Περαιτέρω, η ρήτρα τόκου θεωρείται ως μη γεγραμμένη και συνεπώς δεν επηρεάζει το κύρος του αξιογράφου (άρθ. 7 ν. 5960/33) · τέλος, η ρήτρα περί χρέωσης του λογαριασμού απλώς διευκρινίζει πώς θα γίνει η πληρωμή του αναγραφόμενου ποσού και ουδόλως επηρεάζει το κύρος του αξιογράφου.

    β) Ακυρότητα οπισθογράφησης μετά την ενεχύραση επιταγής: Ομοίως αβάσιμος ισχυρισμός. Κατά την ορθότερη και κρατούσα άποψη, η ενεχύραση επιταγής μπορεί να γίνει με οπισθογράφηση και παράδοση του αξιογράφου από τον έως τότε κομιστή στο δανειστή, με αναλογική εφαρμογή του άρθ. 19 ν. 5325/32 σε συνδ. με ΑΚ 1251, παρά το γεγονός ότι ο νόμος περί επιταγής δεν περιέχει ρύθμιση για το ζήτημα αυτό. Κατ’αναλογική εφαρμογή του άρθ. 19, η οπισθογράφηση που έπεται της ενεχυρικής είναι εκ του νόμου πληρεξουσιοδοτική.

    γ) Ένσταση περί οφειλής από στοίχημα: πρόκειται περί προσωπικής ένστασης (άλλως ένστασης εγκυρότητας) που προτείνεται μόνο από το πρόσωπο που τον αφορά κατά του πρώτου αποκτώντος ή του επόμενου κακόπιστου αποκτώντος. Συνεπώς δεν μπορεί να προβληθεί από την Τράπεζα στον Κ. Σε κάθε περίπτωση η Τράπεζα έχει ευχέρεια και όχι υποχρέωση να καταβάλει στον Κ το ποσό της επιταγής.

    Αγωγή αδικοπραξίας κατά της Τράπεζας: Δεν θεμελιώνεται ούτε η προϋπόθεση του παρανόμου, ούτε η προϋπόθεση της ζημίας. Με εξαίρεση την περίπτωση της ακάλυπτης επιταγής, η ΑΤΕ μπορεί αλλά δεν υποχρεούται να βεβαιώσει επί της επιταγής την άρνηση πληρωμής (βλ. και άρθ. 40). Όπως άλλωστε προκύπτει από τα πραγματικά περιστατικά, η συμπεριφορά της ΑΤΕ δεν εμπόδισε τη σύνταξη διαμαρτυρικού, ώστε να θεωρηθεί αντίθετη στην καλή πίστη. Από τη στιγμή που ο κομιστής δεν εξέπεσε των αναγωγικών του αξιώσεων, δεν τίθεται ζήτημα ζημίας του από την ενέργεια της Τράπεζας.

    Αξιώσεις κατά των προηγούμενων υπογραφέων: Ο Ε προβάλλει την ένσταση παρανόμου στοιχήματος: είναι ένσταση προσωπική (άλλως εγκυρότητας) που δεν προβάλλεται κατά του δεύτερου αποκτώντος, εκτός αν αυτός είναι ενήργησε εν γνώσει και προς βλάβη του Ε. Η κακοπιστία θα κριθεί στο πρόσωπο του Ν. Δεν προκύπτει και άρα η ένσταση δεν μπορεί να προβληθεί.  Ο Λ επικαλείται απώλεια, άλλως παραγραφή, αξιώσεων: ένσταση εκ του τίτλου που προβάλλεται κατά παντός. Εδώ όμως προβάλλεται αβάσιμα, διότι τηρήθηκαν οι διατυπώσεις επιμέλειας (η άρνηση πληρωμής βεβαιώθηκε εμπροθέσμως με διαμαρτυρικό), οι δε αξιώσεις ασκήθηκαν εντός της εξάμηνης προθεσμίας παραγραφής (άρθ. 52).  Ο Μ προβάλλει ένσταση περί μη καταβολής δανείου: Προσωπική ένσταση που νομίμως προβάλλεται κατά του Κ, δεδομένου ότι αφορά τις σχέσεις Μ και Ν και η τελευταία οπισθογράφηση είναι πληρεξουσιοδοτική.  Ο Ν ισχυρίζεται ότι δεν ευθύνεται έναντι του Κ: Βάσιμος ο ισχυρισμός, λαμβανομένου υπόψη ότι η πληρεξουσιοδοτική οπισθογράφηση από τον Ν στον Κ επιφέρει μόνο νομιμοποιητικά αποτελέσματα, και όχι εγγυητικά ή μεταβιβαστικά.

    Να απαντηθούν και τα δύο πρακτικά.

    ------------------------------------------------------------------------------------------------------

    Ιούλιος 2012 (Σειρά Β'): 

    Πρακτικό 1ο:

    Ο Α είναι συν-διαχειριστής της ομόρρυθμης εταιρίας Β. Ο Α, προκειμένου να διευκολύνει τον Ε και χωρίς να έχει συναλλαγές μαζί του ούτε ο ίδιος ούτε η εταιρία Β, αποδέχεται υπό την εταιρική επωνυμία συναλλαγματική ποσού 50.000 ευρώ που έχει εκδώσει ο Ε με τη ρήτρα "άνευ ευθύνης" και έχει ημερομηνία λήξης την Τρίτη, 1.5.12.
    Ο Ε παραδίδει τη συναλλαγματική στον λήπτη Γ, χάριν εξοφλήσεως του τιμήματος εμπορευμάτων που αγόρασε με πίστωση. Τη συναλλαγματική τριτεγγυάται ο Τ υπέρ της Β. Στη συνέχεια ο Γ οπισθογραφεί στον Δ. Ο Ζ πλαστογραφεί την υπογραφή του Δ, αλλοιώνει έντεχνα το ποσό σε 80.000 ευρώ και οπισθογραφεί παραπέρα στον Η.
    Την 7.5.12 ο Η ζητά την είσπραξη της συναλλαγματικής για ποσό 80.000 ευρώ πρώτα από την εταιρία Β και μετά από τον Τ. Αυτοί αντιτείνουν τα ακόλουθα:

    (α) Η Β ο.ε. ότι δεν ευθύνεται η ίδια αλλά μόνο ο Α ατομικά, γιατί σύμφωνα με το καταστατικό για κάθε συναλλαγή της χρειάζονταν οι υπογραφές και των δύο συν-διαχειριστών.

    (β) Ότι σε κάθε περίπτωση η αποδοχή είναι εικονική, αφού δεν υπάρχει κάποιο χρέος που να λειτουργεί ως αιτία για την αποδοχή της συναλλαγματικής εκδόσεως του Ε.

    (γ) Ότι δεν τηρήθηκαν οι διατυπώσεις επιμέλειας, οπότε ο Η εξέπεσε των δικαιωμάτων του.

    (δ) Ότι λόγω της πλαστογραφίας ο Η δεν νομιμοποιείται τυπικά και ουσιαστικά ως κομιστής.

    (ε) Ότι σε κάθε περίπτωση ευθύνεται για 50.000 ευρώ και όχι για 80.000 ευρώ.
    Τους ίδιους ισχυρισμούς αντιτείνει και ο τριτεγγυητής Τ.

    Ερωτάται:

    1) Είναι βάσιμοι οι ισχυρισμοί της Β; Απαντήστε ξεχωριστά για κάθε ισχυρισμό.

    2) Οι ίδιοι ισχυρισμοί είναι βάσιμοι ως ισχυρισμοί του Τ; Απαντήστε ξεχωριστά για κάθε ισχυρισμό.

    3) Μπορεί ο Η να στραφεί κατά των Ε, Γ, Δ, ή Ζ;

    Ενδεικτικές απαντήσεις από τον Τομέα Εμπορικού Δικαίου

    Για τους ισχυρισμούς της Β ο.ε.:  

    (α) Είναι βάσιμος ο ισχυρισμός ότι δεν ευθύνεται η Β οε αλλά ο ίδιος ο Α ατομικά. Ο Α υπερέβη την εξουσία εκπροσώπησης. Ένεκα της υπέρβασης αυτής η Β οε δεν δεσμεύεται. Η υπέρβαση έχει ως αποτέλεσμα να εφαρμόζεται το αρ. 8 ν. 5325/32. Στη διάταξη αυτή θεμελιώνεται η ευθύνη του Α.

    (β) Πρόκειται για την ένσταση της αποδοχής (συναλλαγματικής) ευκολίας. Η ένσταση αυτή προβάλλεται μόνο στις προσωπικές σχέσεις Α και Ε. Αντίθετα δεν προβάλλεται στους καλόπιστους τρίτους, κομιστές της συν/κης από οπισθογράφηση (αρ. 17 ν. 5325/32). Επίσης, επειδή η συν/κη είναι αξιόγραφο αναιτιώδες, δεν ασκεί επιρροή η έλλειψη αιτίας.

    (γ) Πράγματι δεν τηρήθηκαν οι διατυπώσεις επιμέλειας και η εμφάνιση για πληρωμή έγινε εκπρόθεσμα, δηλ. πέραν των 2 εργασίμων ημερών από τη λήξη (αρ. 38 παρ. 1 και αρ. 44 παρ. 2 ν. 5325/32). Όμως η τήρηση των διατυπώσεων επιμέλειας είναι προϋπόθεση για την αναγωγική ευθύνη (αρ. 43 παρ. 1). Εδώ η Β οε είναι κύριος οφειλέτης ως αποδέκτης. Κατά του αποδέκτη δεν απαιτείται η τήρηση διατυπώσεων επιμέλειας, αρκεί να μην έχει παρέλθει η προθεσμία παραγραφής (αρ. 70 ν. 5325/32). Άρα ο εν λόγω ισχυρισμός είναι αβάσιμος.

    (δ) Η πλαστογράφηση της οπισθογράφησης δεν διακόπτει την αδιάκοπη σειρά οπισθογραφήσεων. Η νομιμοποίηση αρκεί να είναι τυπική (δηλ. η εξωτερική κανονικότητα της συνέχειας των υπογραφών). Δεν εξετάζεται η ουσιαστική νομιμοποίηση (αρ. 40 παρ. 3 ν. 5325/32).

    (ε) Επί αλλοιώσεως του κειμένου ισχύει το αρ. 69. Σύμφωνα με αυτό όσοι υπέγραψαν πριν την αλλοίωση ευθύνονται κατά τα αρχικό κείμενο, δηλ. αυτό που είδαν όταν υπέγραψαν. Όσοι υπέγραψαν μετά την αλλοίωση ευθύνονται κατά το αλλοιωμένο κείμενο.

    Ως προς τους ισχυρισμούς του Τριτεγγυητή Τ.:

    Ο Τ ως τριτεγγυητής ευθύνεται όπως η Β οε υπέρ της οποίας τριτεγγυήθηκε (αρ. 32 παρ. 1 ν. 5325/32). Άρα δεν απαιτούνται διατυπώσεις επιμέλειας ούτε ως προς τον τριτεγγυητή. Επιπλέον στη τριτεγγύηση ισχύει η αρχή της αυτοτέλειας των υπογραφών (αρ. 7 ν. 5325/32). Επομένως, για τους ισχυρισμούς (β) ως και (ε) ισχύουν τα ίδια ως άνω. Όμως σε σχέση με τον ισχυρισμό (α) αυτός είναι αβάσιμος όταν προβάλλεται από τον Τα, όχι μόνο λόγω της αυτοτέλειας των υπογραφών, αλλά και ένεκα του αρ. 32 παρ. 2 ν. 5325/32. Το ελάττωμα που επικαλείται ο Τ σε σχέση με την υπογραφή εκ μέρους της Β οε δεν είναι ελάττωμα τύπου και δεν προβάλλεται βάσιμα.

    Ως προς την ευθύνη των Ε, Γ, Δ, και Ζ:  

    Λόγω μη τήρησης των διατυπώσεων επιμέλειας (αρ. 38 παρ. 1 και 44 παρ. 2 ν. 5325/32) έχουν απωλεσθεί τα αναγωγικά δικαιώματα (αρ. 43). Άρα οι Ε, Γ, Δ και Ζ δεν ευθύνονται.  Αν δεν είχαν χαθεί τα αναγωγικά δικαιώματα:  Ο Ε δεν μπορεί να επικαλεστεί τη ρήτρα «άνευ ευθύνης» που θεωρείται μη γεγραμμένη, όταν τίθεται από τον εκδότη σε σχέση με την πληρωμή της συν/κης (αρ. 9 ιδίως την παρ. 3).  Ο Δ (θύμα της πλαστογραφίας) θα μπορούσε να αντιτάξει βάσιμα την ένσταση πλαστότητας, καθώς αυτή –κατά την κρατούσα άποψη- προβάλλεται ακόμα και κατά καλόπιστων τρίτων, καθώς ανάγεται στο κύρος της δήλωσης βούλησης και παρίσταται ανάγκη μείζονος προστασίας του οφειλέτη.  Κατ’ αρ. 69 όλοι θα ευθύνονταν για 50 χιλ. €, με εξαίρεση τον Ζ που ευθύνεται για 80 χιλ. €.  Ειδικά ο Ζ (πλαστογράφος) ευθύνεται πέρα από το αξιογραφικό δίκαιο κατά τις διατάξεις της αδικοπραξίας.

    ***

    Πρακτικό 2ο:

    Ο Ε εκδίδει σήμερα επιταγή ποσού 50.000 ευρώ, με ημερομηνία έκδοσης την 31.12.12 και την παραδίδει στον λήπτη Λ. Το ποσό αυτό είναι, κατά τη συμφωνία τους, το τίμημα εμπορευμάτων, τα οποία πρόκειται να παραδώσει στον αγοραστή Ε ο πωλητής τους Λ στο τέλος του έτους. Για το λόγο αυτό, συμφωνήθηκε να μην εμφανισθεί η επιταγή προς πληρωμή από τον Λ πριν την αναγραφόμενη ημερομηνία έκδοσης.
    Ο Λ οπισθογραφεί την επιταγή στον Μ και αυτός με πληρεξουσιοδοτική οπισθογράφηση στον Κ.
    Ο Κ εμφανίζει την επιταγή προς πληρωμή την 25.7.12 και η πληρώτρια Τράπεζα την σφραγίζει λόγω ανάκλησής της από τον Ε. Η υπάλληλος της πληρώτριας Τράπεζας ενημερώνει επιπλέον τον Κ, κατά το χρόνο της εμφάνισης, περί της ύπαρξης της ανωτέρω συμφωνίας μεταξύ Ε και Λ.
    Ο Κ ενήργησε νόμιμα και αν ναι κατά ποίων μπορεί να στραφεί και με ποια νομική βάση; Υπάρχουν ενστάσεις που θα μπορούσαν να προβάλουν οι Ε, Λ και Μ κατά του Κ ανάλογα με τη φύση της ασκούμενης κατ' αυτών αξίωσης;

    Ενδεικτικές απαντήσεις από τον Τομέα Εμπορικού Δικαίου

    Η επιταγή είναι μεταχρονολογημένη. Είναι πληρωτέα εν όψει και νόμιμα εμφανίζεται από τον Κ προς πληρωμή την 25.7.2012, πριν την αναγραφόμενη σε αυτήν ως ημερομηνία έκδοσης (άρθ.28 ν.5960/33).

    Η σφράγιση της επιταγής λόγω ανάκλησής της ισοδυναμεί με σφράγισή της λόγω ελλείψεως αντικρύσματος και η επιταγή θεωρείται ακάλυπτη.

    Ο Κ μπορεί να στραφεί αναγωγικά κατά του οπισθογράφου – λήπτη Λ και κατά του εκδότη Ε (άρθ.40). Κατά του Μ δεν μπορεί να στραφεί, γιατί του μεταβίβασε την επιταγή με πληρεξουσιοδοτική οπισθογράφηση, που δεν έχει εγγυητικό αποτέλεσμα. Μπορεί επίσης να στραφεί κατά του εκδότη με αγωγή από αδικοπραξία (914 ΑΚ), δεδομένου ότι ο εκδότης ενήργησε παράνομα εκδίδοντας ακάλυπτη επιταγή (άρθ. 79 ν.5960/33).

    Ο εκδότης δεν μπορεί να του προβάλει την προσωπική αναβλητική ένσταση που έχει κατά του λήπτη Λ, ότι δηλαδή η επιταγή έπρεπε να εμφανισθεί προς πληρωμή την 31.12.2012. Η ένσταση αυτή προτείνεται σε τρίτο κομιστή μόνον αν ενήργησε εν γνώσει του προς βλάβη του οφειλέτη ( δηλαδή έτσι ώστε να μην μπορεί αυτός να προβάλλει την προσωπική του ένσταση) κατά την κτήση της επιταγής (άρθ.22). Στην προκειμένη περίπτωση όμως ο Κ ενημερώθηκε για τη συμφωνία μεταξύ Ε και Λ μετά την κτήση της επιταγής, όταν την εμφάνισε προς πληρωμή.   

    Να απαντήσετε και στα δύο πρακτικά.

    ------------------------------------------------------------------------------------------------------

    Ιούνιος 2013 (Α΄ Σειρά):

    Θέμα 1ο:

    Ο Ψ, ισχυριζόμενος ψευδώς ότι ενεργεί για λογαριασμό του Ε, εκδίδει μία συναλλαγματική ύψους 20.000 ευρώ, μιμούμενος την υπογραφή του Ε, "πληρωτέα εις διαταγήν του Λ". Ο πληρωτής Π δεν την αποδέχεται αλλά ο Τ σπεύδει να τριτεγγυηθεί για λογαριασμό του (του Π). Ο Λ οπισθογραφεί τη συναλλαγματική στον Μ και αυτός την οπισθογραφεί με όψιμη οπισθογράφηση στον Κ. Έχει δικαιώματα ο Κ και κατά ποίων; Διαφοροποιούνται τα δικαιώματα του Κ από τη συναλλαγματική, αν ο εκδότης Ε είχε αναγράψει στην παραπάνω συναλλαγματική "πληρωτέα εις διαταγήν του Λ ή στον κομιστή;"

    Θέμα 2ο:

    Ο Α διετέλεσε την περίοδο από 1/1 μέχρι 31/3/2013 νόμιμος εκπρόσωπος και διευθύνων σύμβουλος της ανώνυμης εταιρίας Β. Στη διάρκεια της θητείας του και συγκεκριμένα την 1/2/13 ο Α (ενεργών υπό την παραπάνω ιδιότητά του) εξέδωσε και παρέδωσε σε διαταγή του Γ επιταγή ποσού 100.000€ με αναγραφόμενη ημερομηνία έκδοσης την 30/6/13 και πληρώτρια τράπεζα την Εθνική Τράπεζα. Την 1/3/13 ο Γ οπισθογράφησε την επιταγή στην Εμπορική Τράπεζα ως ενέχυρο για εξασφάλιση δανείου που έλαβε από αυτήν. Κατά την εμφάνιση της επιταγής προς πληρωμή, την 2/7/2013, η επιταγή σφραγίζεται ελλείψει διαθεσίμων. Κατά ποίων μπορεί να στραφεί η κομίστρια Εμπορική Τράπεζα και με ποιες αξιώσεις;

    Αν υποτεθεί ότι η κομίστρια Εμπορική Τράπεζα στρέφεται κατά του Α ατομικά, πώς αξιολογείται ο ισχυρισμός του (του Α) ότι, όταν εξέδωσε την επιταγή και όσο ήταν ο ίδιος διευθύνων σύμβουλος, μέχρι την 31/3/13, η εταιρία είχε τα αναγκαία κεφάλαια για την πληρωμή της επιταγής;

    Να απαντηθούν και τα δύο θέματα.

    Επιτρέπεται η χρήση ασχολίαστων κωδίκων.

    ----------------------------------------------------------------------------------------------------

    Ιούνιος 2013 (Β' Σειρά):

    Θέμα 1o:

    Ο Ε εκδίδει συναλλαγματική 20.000 ευρώ εις διαταγήν του ανηλίκου Λ και αυτός την οπισθογραφεί στον Μ. Ο Μ την οπισθογραφεί με τη ρήτρα " ουχί εις διαταγήν " στον Ξ. Τη συναλλαγματική, μετά από απειλή του Ξ,  την αποδέχεται για 10.000 ευρώ ο Α, και υπέρ αυτού τριτεγγυάται ο Τ.
    Ο Ξ οπισθογραφεί με πληρεξουσιοδοτική οπισθογράφηση τη συναλλαγματική στον Κ. Τι πρέπει να κάνει ο Κ κατά της λήξης της συναλλαγματικής και κατά ποίων δικαιούται να στραφεί;

    Θέμα 2o:

    Τον Ιούνιο 2013 ο Α παραγγέλνει στον έμπορο Β ένα αυτοκίνητο πολυτελείας αξίας 80.000 ευρώ, το οποίο κατά τη συμφωνία τους θα του παραδοθεί σε έξι μήνες, δηλ. την 30.12.13. Στο πλαίσιο της συμφωνίας αυτής ο Α εκδίδει και παραδίδει στον Β επιταγή σε διαταγή του (του Β) ποσού 80.000 ευρώ με ημερομηνία έκδοσης 30.12.13 (ημερομηνία της συμφωνημένης παράδοσης του αυτοκινήτου). Το Σεπτέμβριο του 2013 ο Α πληροφορείται οτι ο Β έχει καταστεί πλήρως αφερέγγυος, ότι δεν έχει παραδώσει σε πολλούς πελάτες τους αυτοκίνητα που του είχαν παραγγείλει και για τα οποία του είχαν καταβάλει προκαταβολές ή του είχαν παραδώσει επιταγές όπως και ο ίδιος και ότι οι τράπεζες που τον χρηματοδοτούσαν έχουν κινήσει δικαστικές διαδικασίες εναντίον του.
    Με αυτά τα δεδομένα ο Α ερωτά αν θα μπορούσε να κάνει κάτι και τι ακριβώς προκειμένου να μην εισπραχθεί η επιταγή που είχε παραδώσει στον Β. Ποια είναι τα αναφυόμενα νομικά ζητήματα;
    Διαφοροποιείται η απάντηση στην περίπτωση που ο Β έχει οπισθογραφήσει λόγω ενεχύρου την επιταγή στην τράπεζα του Γ ως εξασφάλιση δανείου που είχε λάβει από αυτήν;

    Να απαντηθούν και τα δύο θέματα.

    Επιτρέπεται η χρήση ασχολίαστων κωδίκων.
    ---------------------------------------------------------------------------------------------------

    Απρίλιος 2014:

    Πρακτικό 1°  

    Η Ε. ανήλικη, εκδίδει συναλλαγματική «μη αποδέξιμη» εις διαταγή του Λ. Την συναλλαγματική αποδέχεται, παρά την ύπαρξη της ρήτρας, ο Α. Στο εμπρόσθιο τμήμα της συναλλαγματικής τριτεγγυάται ο Τ χωρίς να αναγράψει υπέρ ποίου. Ο Λ οπισθογραφεί στον Μ. αναγράφοντας τη ρήτρα «άνευ ευθύνης μου για την πληρωμή». Κατά τη λήξη της συναλλαγματικής ο Μ εμφανίζει τη συναλλαγματική στον αποδέκτη Α. ο οποίος αρνείται την πληρωμή της συναλλαγματικής, καθ' όσον έχει (ο Α) κατά του Μ ληξιπρόθεσμη αξίωση ισόποσου χρηματικού ποσού. Ο Μ προβαίνει στη σύνταξη διαμαρτυρικού και, στη συνέχεια, οπισθογραφεί τη συναλλαγματική στον Κ.

    Κατά ποίων μπορεί να στραφεί βάσιμα ο Κ απαιτώντας την πληρωμή της;

    Πρακτικό 2°  

    Την 1.1.14 η ανώνυμη εταιρία Α αγοράζει εμπορεύματα από την ανώνυμη εταιρία Β έναντι συνολικού τιμήματος 50.000 €. Συμφωνείται ότι τα εμπορεύματα θα παραδοθούν την 30.6.14. Ως προκαταβολή η Α εκδίδει εις διαταγήν της Β και της παραδίδει μία επιταγή με ημερομηνία έκδοσης 30.6.14 για ποσό 25.000 €. ενώ το υπόλοιπο θα εξοφληθεί με την παράδοση των εμπορευμάτων. Την 1.2.14 η Α πληροφορείται ότι η Β έχει καταστεί παντελώς αφερέγγυα και αδυνατεί να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της, ότι έχει απολύσει το προσωπικό της. έχει σταματήσει την εμπορική της δραστηριότητα και είναι ήδη κατάχρεη σε πολλούς πιστωτές της. Είναι βέβαιο ότι η Β την 30.6.14 δεν θα μπορεί να παραδώσει εμπορεύματα, ενώ έχει ήδη πάρει την επιταγή της Α.

    Αν είστε ο νομικός σύμβουλος της α.ε. Α πώς πρέπει να χειριστείτε αυτήν την περίπτωση;

    Συγκεκριμένα:

    Α) Μπορεί η Α να ανακαλέσει την επιταγή και ποιες οι συνέπειες μιας τέτοιας πράξης;

    Β) Μπορεί να υπαναχωρήσει η Α από την υποκείμενη σύμβαση της πώλησης και θα την εξυπηρετούσε κάτι τέτοιο νομικά;

    Γ) Αν η Β μεταβιβάσει την επιταγή, ποιες είναι οι ενστάσεις της Α κατά του κομιστή;

    Να γραφούν και τα δύο θέματα. Επιτρέπεται η χρήση ασχολίαστων κωδίκων.

    ---------------------------------------------------------------------------------------------------

    Ιούλιος 2014 (Α' Σειρά):

    Πρακτικό 1° 

    Ο Ε εκδίδει την 12.3.2013 μία συναλλαγματική με λήπτη τον Λ και πληρωτή τον Π, ποσού 10.000 Ευρώ, πληρωτέα εν όψει, εντόκως με ετήσιο επιτόκιο 6%. Ο Λ οπισθογραφεί την συναλλαγματική λόγω ενεχύρου στον Μ, ο οποίος την εμφανίζει προς πληρωμή στον Π την 12.10.2013. Ο Π αρνείται να την πληρώσει και ο Μ συντάσσει διαμαρτυρικό και στρέφεται κατά του Π, του Λ και του Ε. Ορθά; Ο Ε του αντιτείνει ότι εξέδωσε την συναλλαγματική υπό την άσκηση ψυχολογικής βίας (απειλής) από τον λήπτη Λ, ότι η συναλλαγματική δεν εμφανίστηκε προς πληρωμή εμπρόθεσμα, γιατί ήδη είχε παρέλθει εξάμηνο από την έκδοσή της και ότι ήταν άκυρη, γιατί είχε ρήτρα τόκου. Ευσταθούν οι ισχυρισμοί του Ε;

    Πρακτικό 2°

    Ο Α είναι διαφημιστής. Την 1.1.2014 ο Β του αναθέτει τη διοργάνωση διαφημιστικής εκστρατείας για το προϊόν του με το εμπορικό όνομα «γ’». Η αμοιβή του Α συμπεριλαμβάνει ένα επιπρόσθετο ποσό επιτυχίας ύψους 100.000 € στην περίπτωση που τα έσοδα από τις πωλήσεις του προϊόντος «γ’» το πρώτο εξάμηνο του 2014 ξεπεράσουν ένα συγκεκριμένο ποσό στόχο που έχουν συμφωνήσει ο Α και ο Β. Σε εξασφάλιση αυτής της συμφωνίας για την πρόσθετη αμοιβή επιτυχίας, ο Β εκδίδει την 1.1.2014 και παραδίδει στον Α μια επιταγή από το καρνέ επιταγών που του έχει δώσει η Εθνική Τράπεζα. Στην επιταγή ο Β δεν αναγράφει ούτε ημερομηνία έκδοσης, ούτε τόπο πληρωμής, ούτε ποσό. Κατά την παράδοση της επιταγής στον Α ο Β συμφώνησε μαζί του να συμπληρώσει τα σημεία που είναι κενά στην επιταγή με ημερομηνία έκδοσης όχι νωρίτερα από 30.6.2014 και ποσό 100.000 €. Για τον τόπο πληρωμής ο Α και ο Β δεν συμφώνησαν τίποτα.
    Την 2.1.2014 κατά παράβαση της συμφωνίας ο Α συμπληρώνει την επιταγή με ημερομηνία έκδοσης 2.1.2014 και με ποσό 200.000 €. Την εμφανίζει στην πληρώτρια τράπεζα στις 10.1.2014 αλλά αυτή αρνείται να την εξοφλήσει.
    Έχει ο Α αξιώσεις από την επιταγή; Κατά ποίων και για ποιο ποσό;
    Αν υποτεθεί ότι ο Α μετά τη συμπλήρωση της επιταγής δεν την εμφανίσει για πληρωμή στην τράπεζα, αλλά την οπισθογραφήσει σε διαταγή του Δ την ίδια ημέρα, δηλ. στις 2.1.2014 και αυτός (ο Δ) την εμφανίσει στην πληρώτρια τράπεζα στις 10.1.2014 και αυτή (η πληρώτρια τράπεζα) αρνηθεί να την εξοφλήσει, τότε ποιες αξιώσεις έχει ο Δ, κατά ποίων και για ποιο ποσό;

    Να γραφούν και τα δύο θέματα. Επιτρέπεται η χρήση ασχολίαστων κωδίκων.

    ----------------------------------------------------------------------------------------------------------------------

    Σεπτέμβριος 2014


    Πρακτικό 1

    Τον Ιούνιο 2014 ο ανήλικος Α αγόρασε από τον Β ένα ποδήλατο. Συμφώνησαν να πιστώσουν το τίμημα σε δύο ισόποσες μηνιαίες δόσεις ποσού 300 € έκαστη. Για εξασφάλιση του Β, ο Α εξέδωσε συναλλαγματική σε διαταγή του Β  στην οποία αναγράφονται δύο ποσά (όσα και οι δόσεις) και δη 300 € με λήξη 30.9.2014 και άλλα 300 € με λήξη 30.12.2014 Τη συναλλαγματική αποδέχθηκε ο Γ που είναι πατέρας του Α. Στη συνέχεια ο Β οπισθογράφησε τη συναλλαγματική στον Δ και αυτός αργότερα την οπισθογράφησε στον Ε. Αν η συναλλαγματική δεν πληρωθεί στις πιο πάνω λήξεις που σημειώνονται κατά ποίων μπορεί να στραφεί ο κομιστής Ε και τι ενστάσεις μπορεί να προβάλει ο καθένας από αυτούς;

    Πρακτικό 2

    Ο Α οφείλει στον Β 10.000 € από δάνειο. Για το λόγο αυτό ο Α εκδίδει κι παραδίδει στον Β ισόποση επιταγή σε διαταγή του. Την επιταγή τριτεγγυάται υπέρ του εκδότη Α ο Γ για να τον διευκολύνει επειδή είναι καλοί φίλοι. Την επιταγή αυτή ο Β την οπισθογραφεί στον Δ. Ο Δ εμφανίζει για πληρωμή την επιταγή στην Τράπεζα Τα, η οποία όμως τον ενημερώνει προφορικά ότι ο λογαριασμός του Α δεν έχει διαθέσιμα κεφάλαια. Ο Δ επικοινωνεί με τον Α και του ζητά την εξόφληση της επιταγής. Ο Α τον πείθει ότι θα πληρώσει σε λίγες μέρες και έτσι ο Δ δεν σφραγίζει την επιταγή. Οι μέρες όμως περνούν και ο Α δεν πληρώνει. Ο Δ διαμαρτύρεται για τη μη πληρωμή της επιταγής στον Α αυτός όμως τον διαβεβαιώνει να περιμένει και ότι δεν θα χάσει τα λεφτά του. Ο Δ πείθεται και περιμένει να πληρωθεί χωρίς να σφραγίζει την επιταγή. Μεσολαβούν εννιά μήνες και ο Δ παρά τις επανειλημμένες εκκλήσεις δεν έχει εξοφληθεί και εξακολουθεί να έχει στα χέρια του την επιταγή. Κατά ποιων μπορεί να στραφεί τώρα ο Δ και τι πιθανές ενστάσεις μπορούν αυτοί να αντιτάξουν;

    Να απαντηθούν και τα δύο πρακτικά

    --------------------------------------------------------------------------------------------------------------

    Ιούνιος 2015


    Πρακτικό 1

    Στις 15.6.2015 εκδίδει και παραδίδει ο Α μια επιταγή στον Β και συμφωνούν ρητώς ο Β να αναγράψει α) την ημερομηνία έκδοσης και β) το ποσό της επιταγής όταν παραδώσει τα εμπορεύματα ο Β στον Α με βάση την αξία των εμπορευμάτων κατά την παράδοση και γ) να μην εισπραχθεί η επιταγή πριν την ημερομηνία έκδοσής της. Ειδικά για την ημερομηνία έκδοσης συμφωνούν η επιταγή να φέρει ημερομηνία έκδοσης δώδεκα μήνες μετά την παράδοση των εμπορευμάτων

    Στις 29.8.2015 παραδίδει εμπορεύματα ο Β στον Α αξίας 14.985 ευρώ αλλά επειδή ο Α τού όφειλε 15 ευρώ από την προηγούμενη παράδοση, ο Β αναγράφει επί της επιταγής το ποσό των 15.000 ευρώ προκειμένου να τον εξοφλήσει πλήρως ο Α. Επίσης συμπληρώνει την ημερομηνία 29.8.2016. Ο Β οπισθογραφεί την επιταγή στον Γ ο οποίος την οπισθογραφεί με την φράση «άνευ ευθύνης μου» στον Δ.

    Στις 2.10.2015 ο Α ανοίγει όλα τα κιβώτια των εμπορευμάτων του Β και ανακαλύπτει ότι ο Β έχει κατά λάθος παραδώσει εμπορεύματα άλλου πελάτη του στον Α (ρούχα αντί για μηχανήματα). Σπεύδει να μάθει πού βρίσκεται η επιταγή και με κόπο και πίεση μαθαίνει ότι την έχει παραλάβει ήδη πριν 10 ημέρες ο Δ. Τελικώς τον βρίσκει και τον ενημερώνει για όλο το μπέρδεμα με τα εμπορεύματα αλλά και για την συμφωνία με τον Β για τον χρόνο είσπραξης και το αληθές ποσό. Για να είναι σίγουρος ανακαλεί και την επιταγή στέλνοντας ο Α εξώδικο περί ανάκλησης στην τράπεζά του αλλά και στον Δ αναφέροντας πλήρως όλο το ιστορικό.

    Ο Δ πάει με την επιταγή στις 5.11.2015 στην τράπεζα του Α αλλά αυτή τον ενημερώνει ότι έχει ανακληθεί η επιταγή, δεν τον πληρώνει και βεβαιώνει επί της επιταγής τη μη πληρωμή της. Όταν ο Δ επιμένει για την πληρωμή του, ο Α λέει ότι δεν του οφείλει τίποτε καθώς α) τον είχε ήδη ενημερώσει για το μπέρδεμα των εμπορευμάτων από τον Β και συνεπώς ήταν εντελώς κακόπιστος που πήγε στην τράπεζα στις 5.11.2015 β) πρόλαβε και ανακάλεσε την επιταγή και γ) το ποσό θα έπρεπε να είναι 14.985 ευρώ άρα είναι άκυρη η επιταγή και δ) σε κάθε περίπτωση είχε ρητώς συμφωνήσει με τον Β να μην εισπραχθεί η επιταγή πριν από την ημερομηνία έκδοσης.
    Αξιολογείστε τους ισχυρισμούς του Α;

    Τι μπορεί να κάνει και κατά ποιών ο Δ;

    Τι αλλάζει στις απαντήσεις σας αν μαθαίνατε ότι ο Δ σκέπτεται επί 7 μήνες το θέμα και το καλοκαίρι του 2016 αποφασίζει να πάει σε δικηγόρο.

    Πρακτικό 2

    Ο Α εκδίδει μια συναλλαγματική 10.000 Ευρώ, για να την παραδώσει στο Κ. στον οποίο οφείλει το ποσό αυτό από δάνειο. Ο Β, αδελφός του Α, για να τον βοηθήσει, δέχεται να ευθύνεται και αυτός από τη συναλλαγματική Με ποιους τρόπους μπορεί αυτό να επιτευχθεί

    Ο Κ. αφού γίνει κομιστής της συναλλαγματικής, θέλει να τη δωρίσει στον Ω αλλά να μην ευθύνεται ο ίδιος για την πληρωμή της. Με ποιους τρόπους μπορεί αυτό να επιτευχθεί: Ο Ω μπορεί να μεταβιβάσει τη συναλλαγματική που θα του δωρηθεί και πώς;



    Να γραφούν και τα δύο θέματα

    -------------------------------------------------------------------------------------------------------------------

    Σεπτέμβριος 2015 (Κλιμάκιο 'Α)

    Πρακτικό 1

    Ο Ε αγοράζει εμπορεύματα από τον Χ και ελλείψει ρευστού για να τον πληρώσει εκδίδει συναλλαγματική των 10,000Ε. Ο Ε ξεχνά να βάλει τόπο πληρωμής και ημερομηνία λήξης. Βάζει τον εαυτό του ως εκδότη και λήπτη του τίτλου και τον αδελφό του Π ως πληρωτή και μετά την οπισθογραφεί εις διαταγή του Χ. Επίσης προσθέτει ρήτρα ''μη αποδέξιμη συν/κή''. Ο Χ πηγαίνει στον αδελφό του Ε, τον πληρωτή Π κ του δείχνει το αξιόγραφο. Αυτός από οικογενειακή αλληλεγγύη υπογράφει ως αποδέκτης. Ποια δικαιώματα έχει ο Χ κ κατά ποίων;

    Πρακτικό 2

    Ο Υ, διαχειριστής της μονοπρόσωπης εταιρείας ''Υ ΕΠΕ'' εξέδωσε με την ιδιότητα αυτή επιταγή 50.000Ε σε διαταγή του Ψ κ πληρωτέα από την Εθνική Τράπεζα Ελλάδος. Ο Ψ οπισθογραφεί την επιταγή στη γραμματέα του Β με τον όρο '' πληρεξούσια προς είσπραξη''. Της είπε ότι έτσι θα έπαιρνε χρήματα για τους μισθούς των υπαλλήλων. Η Β οπισθογραφεί όμως στον Γ που ήταν προμηθευτής του Ψ και απειλούσε με αγωγές λόγω μη εξόφλησης παλαιότερων οφειλών. Ο Γ εμφάνισε εμπρόθεσμα την επιταγή προς πληρωμή στην τράπεζα όμως αυτή δεν την πλήρωσε λόγω έλλειψης κεφαλαίων της ''Υ ΕΠΕ''. Κατά ποίων έχει δικαίωμα να στραφεί ο Γ κ με ποία νομική βάση;

    2 σχόλια: