23 Μαρτίου 2012

Θέματα Εφαρμογών Πολιτικής Δικονομίας


Ιούλιος 2012 (Α΄ Κλιμάκιο):

Θέμα Πρώτο:

Ο A παρέδωσε προς φύλαξη στην ΑΕ ''Β'' πολύτιμο πίνακα λόγω προσωρινής αναχωρήσεως του στην αλλοδαπή. Ο Γ, τον οποίο η Β έχει προστήσει στην υπηρεσία της εκποίησε τον πίνακα προς τον φιλότεχνο Δ. Μετά την επιστροφή του στη χώρα ο Α ζήτησε από τη Β την απόδοση του πίνακα, κάτι το οποίο δεν κατέστη δυνατό λόγω της εκποιήσεως. Πληροφορηθείς τα πραγματικά γεγονότα ο Α άσκησε διεκδικητική αγωγή κατά του Δ με αίτημα να καταδικαστεί να του αποδώσει τον πίνακα, τον οποίο είχε λάβει από τον Γ. Ο Δ αμυνόμενος, ζήτησε την απόρριψη της αγωγής ως αόριστης και επικουρικώς ως νομικώς αβάσιμης, με την αιτιολογία ότι ο ενάγων δεν ισχυρίζεται στην αγωγή ότι ο εναγόμενος, δηλαδή ο Δ, ήταν κατά την παράδοση της νομής από τον Γ κακής πίστης. Ο Α ανταπάντησε με τις προτάσεις ότι ο Δ ήταν εκείνος που όφειλε να επικαλεστεί την καλή του πίστη. Το δικαστήριο εξέδωσε απόφαση με την οποία απέρριψε την αγωγή ως αόριστη. Η απόφαση κατέστη τελεσίδικη λόγω μη ασκήσεως εφέσεως.

Στη συνέχεια ο Α άσκησε αγωγή αποζημιώσεως στο...

...αρμόδιο δικαστήριο κατά της Β και του Γ. Στην αγωγή αναφέρεται η συμφωνία για τη φύλαξη του πίνακα, η αδυναμία αποδόσεως, η εκποίηση από τον Γ, η ιδιότητα του Γ ως προστηθέντος και η ύπαρξη δόλου, άλλως αμελείας του Γ. Πριν από τη συζήτηση της αγωγής, που επιδόθηκε κανονικώς, αποθνήσκει ο Γ, χωρίς το γεγονός αυτό να γνωστοποιηθεί στο δικαστήριο. Κατά τη συζήτηση της αγωγής τους εναγομένους εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος Ε, που είχε λάβει εγκαίρως πληρεξουσιότητα και από τους δυο εναγομένους (Β και Γ). Εκδίδεται απόφαση που κάνει πλήρως δεκτή την αγωγή. Διαπιστώνει βαριά αμέλεια του Γ με ρητή αναφορά στην ύπαρξη αδικοπραξίας. Για τον λόγο αυτό κηρύσσεται, κατ' αποδοχή σχετικού αιτήματος, η απόφαση προσωρινώς εκτελεστή (άρθρο 908 Κ.Πολ.Δ). Η απόφαση επιδίδεται με πρωτοβουλία του Α στον πληρεξούσιο δικηγόρο Ε, που ασκεί έφεση για λογαριασμό της Β. Έφεση, όμως, ασκεί και ο ίδιος ο Α, επειδή θεώρει ότι ο Γ ενήργησε δολίως. Περεταίρω, αμυνόμενος ο Α κατά της εφέσεως της β, ισχυρίζεται ότι είναι απαράδεκτη, επειδή η έφεση δεν ασκήθηκε και από τη διάδικο πλευρά του Γ, ή από τους κληρονόμους του Γ, του όποιου πληροφορήθηκε εν τω μεταξύ το θάνατο. Σε κάθε περίπτωση η διάδικος πλευρά του Γ δεν έχει  κληθεί στην κατ' έφεση δική. Η Β θεώρει τον ισχυρισμό αβάσιμο.

Ερωτάται:

1) Έκρινε ορθώς το πρωτοβάθμιο δικαστήριο σε σχέση με την αγωγή του Α κατά του Δ; Πώς χαρακτηρίζετε από δικονομικής απόψεως τα εκατέρωθεν προβληθέντα στη δίκη μεταξύ Α και Δ;

2) Ο Α μπορεί να επανέλθει με νέα αγωγή ενόψει του αποτελέσματος της δίκης;

3) Θα έπρεπε, με βάση το πρακτικό, να είχε επηρεάσει δικονομικά ο θάνατος του Γ το παραδεκτό της συζητήσεως της αγωγής; Η απόφαση που εκδίδεται στη συνέχεια είναι υποστατή και μη ελαττωματική;

4) Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που έκανε δεκτή με τη δοθείσα αιτιολογία την αγωγή του Α κατά της Β και του Γ αποφάνθηκε για όλες τις αξιώσεις του Α και της Β που απορρέουν από το ιστορικό της αγωγής;

5) Η επίδοση της απόφασης στο δικηγόρο Ε έθεσε σε κίνηση την προθεσμία για άσκηση εφέσεως για την πλευρά του Γ;

6) Είναι βάσιμος ο ισχυρισμός του Α ότι την έφεση έπρεπε να την ασκήσει και η διάδικος πλευρά Γ; Πως συνδέονταν στην πρωτόδικη δίκη οι Β και Γ;

7) Έχει έννομο συμφέρον ο Α για άσκηση εφέσεως με λόγο εφέσεως ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έπρεπε να είχε δηχθεί δόλο και όχι αμέλεια του Γ;

Θέμα Δεύτερο:

Ο Α χορήγησε στην ΕΕ ''Ε'' δάνειο ποσού 100.000 ευρώ, το οποίο ήταν αποδοτέο στις 30.5.2012.Την εμπρόθεσμη καταβολή του δανείου εγγυήθηκε ο Ζ. Το δάνειο δεν εξοφλήθηκε κατά τη λήξη του και ο Α άσκησε αγωγή στο αρμόδιο δικαστήριο κατά της Ε με αίτημα την καταβολή του δανεισθέντος ποσού. Κατά τη συζήτηση της αγωγής ο Α προς απόδειξη των αγωγιών ισχυρισμών προσκόμισε την έγγραφη σύμβαση δανείου, ενώ η Ε ισχυρίσθηκε ότι το δάνειο δεν ήταν ληξιπρόθεσμο, διότι συμφωνήθηκε προφορικά η παράταση της λήξης του δανείου κατά τρία (3) έτη. Για το ζήτημα της παρατάσεως της λήξης του δανείου κατέθεσε ο μαρτυράς Μ. Το δικαστήριο έκανε δεκτή την αγωγή. Κατά της αποφάσεως άσκησε έφεση επικαλούμενη εσφαλμένη εκτίμηση από το δικαστήριο της μαρτυρικής κατάθεσης του Μ. Κατά τη δίκη στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο παρεμβαίνει υπέρ της Ε ο Ζ. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κρίνει την έφεση της Ε ως παραδεκτή και την απορρίπτει ως ουσία αβάσιμη. Ο Ζ ασκεί αίτηση αναιρέσεως κατά της πρωτόδικης αποφάσεως, χωρίς ωστόσο να επιτύχει αναστολή της εκτελεστότητά της.

Κατόπιν τούτου ο Α επισπεύδει με τίτλο εκτελεστό την πρωτόδικη απόφαση αναγκαστική εκτέλεση κατά του Ο, ομορρύθμου εταίρου της Ε. Έπειτα από την επίδοση επιταγής προς εκτέλεση στον Ο και την τήρηση της προθεσμίας του άρθρου 926 παρ.1 Κ.Πολ.Δ. επιβάλλει κατάσχεση σε ακίνητο του.
Είκοσι ημέρες μετά την επιβολή της κατασχέσεως ο ασκεί ανακοπή του άρθρου 933 Κ.Πολ.Δ. κατά της επιβληθείσας κατασχέσεως προβάλλοντας ως λογούς ανακοπής την ακυρότητα της επιδόσεως της επιταγής προς εκτέλεση, καθώς και την εικονικότητα της συμβάσεως δανείου.

Ερωτάται:

Α) Πως χαρακτηρίζετε δικονομικά τον ισχυρισμό της Ε σχετικά με τη συμφωνία παρατάσεως του δανείου;

Β) Εξετάστηκε παραδεκτός ο Μ ως προς την παράταση της λήξεως του δανείου;

Γ) Ασκείται παραδεκτός η αίτηση αναιρέσεως του Ζ;

Δ) Επισπεύδεται παραδεκτώς αναγκαστική εκτέλεση κατά του Ο;

Ε) Είναι παραδεκτοί οι λόγοι ανακοπής του Ο;

ΣΤ) Εάν έπειτα από την τελεσίδικη περάτωση της δίκης μεταξύ Α-Ε,Ο Ζ ασκήσει αγωγή κατά του Α με αίτημα την αναγνώριση της ακυρότητας της συμβάσεως δανείου λόγω εικονικότητας, το δικαστήριο θα ελέγξει τη βασιμότητα της αγωγής;

------------------------------------------------------------------------------------------------------------

Μάρτιος 2012 (Ορφανίδης, Πολυζωγόπουλος, Δεληκωστόπουλος):

Θέμα 1

Ο Α άσκησε κατά του Β αγωγή από αδικοπραξία με αίτημα την καταβολή 300.000 ευρώ. Η αγωγή έγινε δεκτή. Ο Β άσκησε έφεση με λόγο την εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και προέβαλε για πρώτη φορά και χωρίς περαιτέρω διευκρινήσεις με την έφεση ως λόγο εφέσεως τον ισχυρισμό ότι ο Α από  υπαιτιότητά του δεν συνέβαλε στον περιορισμό της ζημίας που υπέστη. Το Εφετείο απέρριψε την έφεση του Β χωρίς να εξετάσει τον ισχυρισμό του περί υπαιτιότητας του Α. Στη συνέχεια ο Α επέδωσε στον Β την Τετάρτη 16 Νοεμβρίου 2011 αντίγραφο του απογράφου με επιταγή προς εκτέλεση. Τη Δευτέρα 21 Νοεμβρίου 2011 επέβαλε αναγκαστική κατάσχεση σε σχέση με την επιδικασθείσα απαίτησή του κατά του Β σε ακίνητο κυριότητας του Γ. Στο ακίνητο ο Γ είχε παραχωρήσει προς τον Α υποθήκη  υπέρ του Β (ΑΚ 1257, 1265). Ο Β άσκησε στις 12 Δεκεμβρίου 2011 ανακοπή με αίτημα την ακύρωση της αναγκαστικής κατάσχεσης για τους ακόλουθους λόγους: α) η απαίτηση για την ικανοποίηση της οποίας επισπεύδεται η αναγκαστική κατάσχεση είχε παραγραφεί πριν από την άσκηση της αγωγής αλλά ο δικηγόρος του από αμέλεια παρέλειψε να προτείνει το σχετικό ισχυρισμό  και σε κάθε περίπτωση η απαίτηση είχε εξοφληθεί μετά τη συζήτηση της εφέσεως και πριν από την έκδοση της εφετειακής απόφασης, όπως αποδεικνύεται από εξοφλητική απόδειξη που ο Β προσκομίζει, β) δεν τηρήθηκε η νόμιμη προθεσμία για την επιβολή της κατάσχεσης, γ) η έκθεση κατάσχεσης δεν είχε επιδοθεί στον Γ, δ) είχε ήδη ασκηθεί αναίρεση κατά της τελεσίδικης απόφασης.    

Ο Α απάντησε ως προς τον υπό το στοιχείο β) λόγο ανακοπής ότι ο Β δεν υπέστη βλάβη και ως προς τον υπό στοιχείο γ) λόγο ότι δεν νομιμοποιείται να τον προτείνει.

Ερωτάται:

1. Παραδεκτά προτείνεται και κατά τα δύο σκέλη του ο πρώτος λόγος (υπό στοιχείο α) της ανακοπής;

2. Ασκήθηκαν εμπρόθεσμα οι υπό τα στοιχεία β) και γ) λόγοι ανακοπής; Κρίνετε τους ισχυρισμούς του Α ως προς τους ανωτέρω λόγους.

3. Ποια η σημασία της άσκησης αναίρεσης από τον Β για την πορεία της αναγκαστικής εκτέλεσης;

4. Στοιχειοθετείται εν προκειμένω λόγος αναίρεσης; 

Θέμα 2

Ο Α άσκησε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών διεκδικητική αγωγή κατά του Β σε σχέση με αγρόκτημά του που βρίσκεται στη Χαλκίδα και το οποίο κατά τους ισχυρισμούς του κατέχεται παρανόμως από τον Β. Στην αγωγή ο Α ισχυρίζεται, ότι απέκτησε τη κυριότητα του ακινήτου δυνάμει αγοραπωλησίας, που είχε καταρτίσει νομίμως στο παρελθόν με τον Γ, η οποία περιεβλήθη το νόμιμο τύπο και μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών. Ο εναγόμενος Β ζήτησε με τις προτάσεις του την απόρριψη της αγωγής. Ειδικότερα, ισχυρίζεται ότι : α) η κυριότητα του ακινήτου ανήκε πάντα στον ίδιο τον Β με αποτέλεσμα ο Α να μην έχει καταστεί ποτέ κύριος και ότι β) σε προηγούμενη δίκη με αντικείμενο τη προστασία της νομής για το ίδιο ακίνητο είχε απορριφθεί ως ουσία αβάσιμη σχετική αγωγή του Α εναντίον του. Στην απόφαση ρητά αναφέρεται η έλλειψη κυριότητας του Α, κάτι που δεσμεύει το παρόν Δικαστήριο. Ο Α με την προσθήκη-αντίκρουση που κατέθεσε νομίμως αρνήθηκε τους ισχυρισμούς του Β. Σημειώνεται ότι στη δίκη άσκησε παρέμβαση υπέρ του ενάγοντος Α ο Γ με την ιδιότητα του πωλητού του ακινήτου. Το Δικαστήριο προβληματίστηκε για το θέμα της αρμοδιότητας, όμως ενόψει και της μη εναντιώσεως του Β εισήλθε στο στάδιο των αποδείξεων για το αμφισβητούμενο θέμα της κυριότητας. Το Δικαστήριο δε μπόρεσε να σχηματίσει πλήρη δικανική πεποίθηση, καίτοι εξάντλησε όλα τα αποδεικτικά μέσα. Έκανε δεκτή την αγωγή, καταδίκασε τον εναγόμενο στην απόδοση του ακινήτου και για την περίπτωση της μη συμμορφώσεως τον καταδίκασε σε χρηματική ποινή 30.000 ευρώ και προσωπική κράτηση τριών (3) μηνών. Η απόφαση κατέστη τελεσίδικη λόγω μη ασκήσεως ένδικων μέσων. 

Ερωτάται:

1. Ορθώς αντιμετώπισε το θέμα της αρμοδιότητας το Δικαστήριο;

2. Ως προς την ουσία της υποθέσεως έκρινε ορθώς το Δικαστήριο ενόψει του γεγονότος ότι δε μπόρεσε να σχηματίσει πλήρη δικανική πεποίθηση;

3. Έπρεπε να ληφθεί υπόψη η εκδοθείσα απόφαση για τη νομή που επικαλέσθηκε ο Β στην υπό κρίση υπόθεση;

4. Παραδεκτώς άσκησε παρέμβαση ο Γ στη δίκη υπέρ του Α;

5. Είναι νόμιμα τα μέσα αναγκαστικής εκτελέσεως που διατάχθηκαν με την απόφαση; 

Οι απαντήσεις πρέπει να είναι αιτιολογημένες. Από τα δύο θέματα να απαντηθεί το ένα. Επιτρέπεται η χρήση κωδίκων.
------------------------------------------------------------------------------------------------------------

Οκτώβριος 2012 (Ορφανίδης, Τσικρικάς, Κατηφόρης): 

Θέμα 1ο:

 Ο Α άσκησε αγωγή κατά του Β με αίτημα να καταδικαστεί να του καταβάλει το ποσό των 100.000 ευρώ ως τίμημα από πώληση εμπορευμάτων. Ο Β με τις εμπροθέσμως και νομοτύπως κατατεθείσες προτάσεις του ισχυρίστηκε ότι η αγωγή έπρεπε να απορριφθεί ως νόμω αβάσιμη γιατί δεν αναφερόταν σ’ αυτήν αν το τίμημα ήταν αμέσως καταβλητέο και δεν είχε πιστωθεί. Στην πραγματικότητα, προσέθεσε, είχε συμφωνηθεί διετής πίστωση του τιμήματος. Επικουρικώς ο Β ισχυρίστηκε ότι τα πωληθέντα πράγματα είχαν πραγματικά ελαττώματα που μείωσαν την αξία κατά 30%. Ζήτησε γι’ αυτό κατά άρθρο 540 ΑΚ με προβολή σχετικής ενστάσεως την απόρριψη της αγωγής κατά το ποσό των 30.000 ευρώ.

Ο Α αντέταξε ότι δεν είχε κατά νόμο υποχρέωση να αναφέρει για την πληρότητα της αγωγής αν το τίμημα ήταν αμέσως πληρωτέο και δεν είχε πιστωθεί. Ως προς τα πραγματικά ελαττώματα ισχυρίστηκε ότι το θέμα είχε κριθεί δεσμευτικά με τελεσίδικη δικαστική απόφαση που απέρριψε αγωγή του Β κατά του Α με αίτημα να αναγνωριστεί η μη ισχύς της συμβάσεως πωλήσεως ένεκα υπαναχωρήσεως του Β λόγω των πραγματικών ελαττωμάτων (ΑΚ 540). Τα δικαστήρια της δίκης εκείνης (για την υπαναχώρηση) δεν διαπίστωσαν την ύπαρξη πραγματικών ελαττωμάτων. 

Ερωτάται:   

α) Τι θα αποφασίσει το δικαστήριο ως προς το θέμα της πιστώσεως του τιμήματος; Θα εισέλθει στην εξέταση της ουσίας της υπόθεσης; Αν όχι, η απόφαση που θα εκδώσει τι περιεχόμενο θα έχει; Μια τέτοια απόφαση θα μπορούσε να προσβληθεί με έφεση και ως τελεσίδικη με αναίρεση; Αν ναι, δηλαδή αν το δικαστήριο εισέλθει στην εξέταση της ουσίας της υπόθεσης, θα είναι δυνατή η εξέταση μαρτύρων;  

β) Είναι ορθή η θέση του Α ότι το θέμα των πραγματικών ελαττωμάτων κρίθηκε δεσμευτικά από την προηγούμενη απόφαση; 

Θέμα 2ο: 

Ο Α ασκεί αγωγή κατά του Β, με αίτημα την καταδίκη του τελευταίου στην καταβολή ληξιπρόθεσμης οφειλής ύψους 300.000 ευρώ από σύμβαση δανείου. Προς υποστήριξη του Β παρεμβαίνουν στην εκκρεμή δίκη ο συνοφειλέτης του εις ολόκληρον Ο και ο εγγυητής Ε. Κατά την εκδίκαση της αγωγής ο Β με τις προτάσεις του ομολογεί την ιστορική βάση της αγωγής και προβάλλει ένσταση παραγραφής της αξιώσεως του Α. Οι Ο και Ε αρνούνται την ιστορική βάση της αγωγής. Το δικαστήριο απορρίπτει την ένσταση παραγραφής ως ουσία αβάσιμη και κάνει δεκτή την αγωγή. Ο Β ασκεί έφεση, την οποία στρέφει κατά του Α και προβάλλει ως λόγο εφέσεως την εσφαλμένη εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που προσκόμισε ο Α προς απόδειξη της βάσεως της αγωγής. Επίσης, ο Β με τις προτάσεις του επί της εφέσεως προβάλλει εκ νέου την ένσταση παραγραφής. Ο Α με τις προτάσεις του επί της εφέσεως υποστηρίζει ότι η έφεση είναι απαράδεκτη, διότι ο Β δεν την έστρεψε κατά των Ο και Ε, ενώ περαιτέρω στηρίζει επικουρικώς το αίτημα της αγωγής στον αδικαιολόγητο πλουτισμό. Το δικαστήριο κάνει δεκτή την έφεση, κρατεί και δικάζει την αγωγή και την κάνει δεκτή με βάση τον αδικαιολόγητο πλουτισμό.


Ο Α προς ικανοποίηση της επιδικασθείσας απαιτήσεώς του επισπεύδει αναγκαστική εκτέλεση κατά του Β με την επίδοση σε αυτόν στις 10.2.2012 επιταγής προς εκτέλεση κάτω από το αντίγραφο του απογράφου της αποφάσεως του εφετείου. Ο Β ασκεί στις 5.4.2012 αίτηση αναιρέσεως κατά της αποφάσεως του εφετείου, επικαλούμενος εσφαλμένη υπαγωγή των αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών στους κανόνες περί αδικαιολόγητου πλουτισμού. Ο Β ασκεί επίσης ανακοπή κατά της επισπευδόμενης αναγκαστικής εκτελέσεως επικαλούμενος απόσβεση της εκτελούμενης απαιτήσεως λόγω συμψηφισμού με ανταπαίτησή του, ο οποίος είχε συντελεστεί με εξώδικη δήλωσή του πριν από την έκδοση της πρωτόδικης αποφάσεως. 


Ερωτάται:   

α) Μπορεί η αιτίαση περί εσφαλμένης εκτιμήσεως των αποδεικτικών μέσων να αποτελέσει βάσιμο λόγο εφέσεως στη συγκεκριμένη περίπτωση;   

β) Προβάλλεται παραδεκτώς η ένσταση παραγραφής στη δίκη της εφέσεως;   

γ) Είναι βάσιμος ο ισχυρισμός του Α περί απαραδέκτου της εφέσεως;   

δ) Ασκείται παραδεκτά η αίτηση αναιρέσεως του Β; Ανεξάρτητα από την απάντηση στο ερώτημα είναι παραδεκτός ο λόγος αναιρέσεως;   

ε) Ποιοι άλλοι λόγοι αναιρέσεως θα μπορούσαν να προβληθούν κατά της αποφάσεως του Εφετείου; 

στ) Τι θα αποφανθεί το δικαστήριο επί του λόγου της ανακοπής του Β;

--------------------------------------------------------------------------------------------------------
Ιούλιος 2013 (Ορφανίδης, Τσικρικάς, Πανταζόπουλος) 

Θέμα 1ο
 
 Ο Α ασκεί αγωγή κατά του Β και ζητεί την καταδίκη του αφενός στην καταβολή ποσού 200.000 ευρώ ως οφειλόμενη εργολαβική αμοιβή και αφετέρου ποσού 100.000 ευρώ ως οφειλόμενο τίμημα πωλήσεως. Με το ίδιο δικόγραφο ο Α στρέφεται κατά του Γ και ζητεί την καταδίκη στην καταβολή των παραπάνω ποσών με την ιδιότητα του εγγυητή. Οι Β και Γ αρνούνται την αγωγή και ζητούν απόρριψή της. Μεταξύ άλλων ο Γ ισχυρίζεται με τις προτάσεις του ότι η αγωγή πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, άλλως ως νόμω αβάσιμη γιατί ο ενάγων δεν αναφέρει αν η σύμβαση εγγυήσεως καταρτίστηκε εγγράφως καθώς και τον τόπο και τον χρόνο της καταρτίσεως της συμβάσεως εγγυήσεως. Ο Β από την πλευρά του προέβαλε επικουρικώς ένσταση συμψηφισμού με ανταπαίτησή του κατά του Α από σύμβαση πωλήσεως. Ο Α με τη σχετική προσθήκη – αντίκρουση των πρωτόδικων προτάσεων του ισχυρίσθηκε ότι η αγωγή του κατά του Γ είναι αρκούντως ορισμένη, το ζήτημα αφορά τον εναγόμενο ενώ το θέμα του τόπου και του χρόνου καταρτίσεως της συμβάσεως είναι άνευ νομικής επιρροής. Σε κάθε περίπτωση διευκρινίζει με την παρούσα προσθήκη - αντίκρουση ότι η σύμβαση εγγυήσεως καταρτίσθηκε με το από 20/05/2010 ιδιωτικό έγγραφο. Κατά τα λοιπά αρνήθηκε την ύπαρξη της κατ' ένσταση προβληθείσας ανταπαιτήσεως του Β με επίκληση ισχυρισμών επί της ουσίας.  

Εκδόθηκε απόφαση με την οποίαν ως προς τον Β έγινε πλήρως δεκτή η αγωγή για την εργολαβική αμοιβή και εν μέρει κατά το ποσό των 50.000 ευρώ ως προς το οφειλόμενο τίμημα πωλήσεως. Το Δικαστήριο απέρριψε συγχρόνως την ένσταση συμψηφισμού του Β ως αόριστη. Ως προς τον Γ η αγωγή απερρίφθη ως αόριστη με την αιτιολογία ότι δεν αναφέρεται σ' αυτήν ότι καταρτίσθηκε εγγράφως καθώς και ο τόπος και ο χρόνος της καταρτίσεως της συμβάσεως εγγυήσεως.  

Κατά της αποφάσεως στο σύνολό της άσκησε έφεση ο Β επικαλούμενος εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων από το Δικαστήριο. Έφεση άσκησε επίσης ο Α για το λόγο ότι εσφαλμένως απερρίφθη η αγωγή του κατά του Γ ως αόριστη.  

Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο θεώρησε την απόφαση του Πρωτοδικείου ως προς τον Γ ορθή και κατ' επέκτασιν απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση τ ου Α. Σε σχέση με την έφεση του Β την έκανε τυπικά δεκτή. Θεώρησε στη συνέχεια την αγωγή κατά το σκέλος που αφορούσε το τίμημα πωλήσεως ως νόμω αβάσιμη καίτοι δεν υπήρχε σχετικός λόγος εφέσεως Δέχθηκε την έφεση, εξαφάνισε την προβαλλόμενη και απέρριψε την αγωγή ως νόμω αβάσιμη. Έκρινε ότι τα πραγματικά περιστατικά που επικαλείται ο ενάγων Α, δε θεμελιώνουν την κατάρτιση έγκυρης συμβάσεως πωλήσεως.
  
Ο Α προς ικανοποίηση της επιδικασθείσας απαιτήσεως του από εργολαβική αμοιβή επισπεύδει αναγκαστική εκτέλεση κατά του Β με τη νομότυπη επίδοση επιταγής προς εκτέλεση (ΚπολΔ 924 και την νομότυπη επιβολή κατασχέσεως σε ακίνητο του Β. Ο τελευταίος, ο Β, προσβάλλει με ανακοπή κατ' άρθρο 933 ΚπολΔ την επιβληθείσα κατάσχεση επικαλούμενος ανυπαρξία οφειλής λόγω εικονικότητας της συμβάσεως έργου. Προς απόδειξη της βασιμότητας του λόγου ανακοπής εξετάζεται ο μάρτυρας Μ.  Για την απαίτηση από την εγγύηση ο Γ είχε εκδώσει στο παρελθόν και παραδώσει στον Α ιδιωτική επιταγή ποσού 100.000 ευρώ για την οποίαν ο Α εξέδωσε διαταγή πληρωμής. Ο Γ άσκησε ανακοπή (632 ΚπολΔ) και κατέθεσε αίτηση αναστολής που ευδοκίμησε.  Η ανακοπή πρόκειται να συζητηθεί το 2014.  

Ερωτάται:  

Α) Είναι ορθή η απόφαση του πρωτοβάθμιου και του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου ως προς τόν Γ;
  
Β) Παραδεκτώς απέρριψε το Πρωτοδικείο την ένσταση συμψηφισμού ως αόριστη καίτοι ο ενάγων Α είχε τοποθετηθεί επ’ αυτής στην ουσία;  

Γ) Ενόψει της μη επαναφοράς της ενστάσεως συμψηφισμού στο δεύτερο βαθμό από τον Β και της απορρίψεως της με την αιτιολογία της αοριστίας από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο καλύπτεται από το δεδικασμένο της αποφάσεως του Εφετείου; 

Δ) Είναι ορθή δικονομικώς η κρίση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου επί του αιτήματος καταβολής ποσού 100.000 ευρώ  

Ε) Είναι παραδεκτός ο λόγος της ανακοπής του άρθρου 933 ΚπολΔ του Β;  

ΣΤ) Παραδεκτώς εξετάστηκε ο μάρτυρας Μ για την εικονικότητα;  

Ζ) Επηρεάζεται από την τελεσίδικη έκβαση της δίκης ως προς τον Γ η δίκη σε σχέση με τη διαταγή πληρωμής και την ανακοπή του 632 ΚπολΔ;  

Θέμα 2ο  

Με συμβολαιογραφικό έγγραφο που καταρτίστηκε στο Συμβολαιογράφο Αθηνών Σ, ο κύριος οικοπέδου Α, κάτοικος Θηβών, ανέθεσε στον εργολάβο Β, κάτοικο Αθηνών, την ανέγερση πολυωρόφου οικοδομής, διεπόμενης από τις διατάξεις περί οριζοντίου ιδιοκτησίας. Παράλληλα, συμφωνήθηκε ότι ο Α θα μεταβιβάσει λόγω αμοιβής στον εργολάβο Β ή σε τρίτο που ήθελε υποδείξει ο Β ποσοστά εξ αδιαιρέτου του οικοπέδου μετά των αντιστοιχούντων διαμερισμάτων. Το οικόπεδο βρίσκεται στο Αγρίνιο. Στη συνέχεια ο Β κατήρτισε στην Αθήνα προσύμφωνο πωλήσεως με τον Γ, κάτοικο Αθηνών, δυνάμει του οποίου ο Β υποσχέθηκε προς το Γ να του μεταβιβάσει διαμέρισμα της μέλλουσας οικοδομής που ανήκει σε εκείνα τα διαμερίσματα για τα οποία ο οικοπεδούχος Α ανέλαβε την υποχρέωση να μεταβιβάσει στον Β σε τρίτον που ήθελε υποδείξει ο Β. Ο Γ κατέβαλε το συμφωνηθέν τίμημα της αγοράς στον Β που κατασκεύασε την οικοδομή. 

Για το λόγο ότι ο Β δεν εκπλήρωνε την υποχρέωση του για μεταβίβαση της κυριότητας του διαμερίσματος, ο Γ άσκησε αγωγή στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αγρινίου κατά του Α. Πριν από τη συζήτηση της αγωγής ο Α προσεπικάλεσε νόμιμα τον εργολάβο Β, ο οποίος δεν εμφανίστηκε κατά την συζήτηση. Ο Α ομολόγησε τη βάση της αγωγής του Γ. Με βάση τη δικονομική συμπεριφορά του Α, που ομολόγησε την αγωγή, δεν εξέτασε τους προταθέντες από τους Γ και Α μάρτυρες. Το Δικαστήριο προβληματίσθηκε για την ύπαρξη της κατά τόπον αρμοδιότητας καθώς και για το παραδεκτό της αγωγής. Τελικά εξέδωσε απόφαση που έκανε δεκτή κατ' ουσίαν την αγωγή του Γ. Με πρωτοβουλία του Γ η απόφαση επιδόθηκε στον Α που δεν άσκησε έφεση εντός της νομίμου προθεσμίας. 

Δύο έτη μετά τη δημοσίευση της αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αγρινίου, ο Β ασκεί αρνητική αναγνωριστική αγωγή  κατά του Γ στο Πρωτοδικείο Αθηνών με την οποία ζητά την αναγνώριση της ακυρότητας του προσυμφώνου πωλήσεως λόγω προφανούς δυσαναλογίας παροχής και αντιπαροχής. Το τίμημα ήταν πολύ χαμηλό. Ο Γ αντιτάσσει ότι η υπόθεση έχει ήδη κριθεί αμετακλήτως. Προσκόμισε και το αποδεικτικό επιδόσεως της αποφάσεως στον Α. Προσέτι με τη συνδρομή δικαστικού επιμελητή εγκαθίσταται στο διαμέρισμα που αποτέλεσε αντικείμενο του προσυμφώνου πωλήσεως. Προηγουμένως είχε επιδώσει επιταγή προς εκούσια συμμόρφωση στους Α και Β και είχε παρέλθει η τριήμερη προθεσμία του άρθρου 926.  

Ερωτάται:  

Α) Ήταν κατά τόπο αρμόδιο το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αγρινίου;  

Β) Ήταν αναγκαία η εγγραφή της αγωγής του Γ στα βιβλία διεκδικήσεων;  

Γ) Ήταν παραδεκτή η προσεπίκληση του Β από τον οικοπεδούχο Α;  

Δ) Παραδεκτώς δεν εξέτασε μάρτυρες το δικαστήριο και στηρίχθηκε στην ομολογία του Α; 

Ε) Παραδεκτώς ασκήθηκε η αρνητική αναγνωριστική αγωγή από τον Β κατά του Γ; Είναι δηλαδή βάσιμος ο ισχυρισμός του Γ ότι η υπόθεση έχει κριθεί αμετακλήτως με την απόφαση του Πρωτοδικείου Αγρινίου;  

ΣΤ) Επιτρεπτώς επισπέυσθηκε αναγκαστική εκτέλεση από τον Γ; 

Από τα δύο θέματα θα δοθούν απαντήσεις στο ένα. Επιτρέπεται χρήση νομοθετικών κειμένων (ΚπολΔ, Οργανισμός Δικαστηρίων, ΑΚ, ΕΝ κλπ.). 
----------------------------------------------------------------------------------------------------
Ιανουάριος 2014 (Ορφανίδης, Πανταζόπουλος, Τσικρικάς, Σινανίδης, Κατηφόρης)

Θέμα 1ο

O Α χορήγησε στην ετερόρρυθμη εταιρεία Ε δάνειο ποσού 200.000 ευρώ, το οποίο ήταν αποδοτέο στις 30.3.2013. Την εμπρόθεσμη καταβολή του δανείου εγγυήθηκε ο Ζ. Το δάνειο δεν εξοφλήθηκε κατά την λήξη του και ο Α άσκησε αγωγή κατά της Ε στο κατά τόπον και καθ ύλην αρμόδιο δικαστήριο με αίτημα την καταβολή του δανεισθέντος ποσού. Κατά τη συζήτηση της αγωγής ο Α προς απόδειξη των αγωγικών ισχυρισμών προσκόμισε την έγγραφη σύμβαση δανείου, ενώ η Ε ισχυρίσθηκε αφενός ότι το δάνειο χορηγήθηκε όχι σε αυτήν, αλλά στο νόμιμο εκπρόσωπό της Ο και αφετέρου ότι το δάνειο δεν είχε καταστεί ληξιπρόθεσμο, διότι μεταγενεστέρως συμφωνήθηκε προφορικά η παράταση της λήξεως του δανείου κατά τρία (3) έτη. Για το ζήτημα της παρατάσεως της λήξεως του δανείου η Ε προσκόμισε ένορκη βεβαίωση του Μ. Το δικαστήριο έκανε δεκτή την αγωγή. Κατά της αποφάσεως άσκησε έφεση η Ε επικαλούμενη εσφαλμένη εκτίμηση από το δικαστήριο της ένορκης βεβαιώσεως του Μ. Κατά τη δίκη στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο παρενέβη υπέρ της Ε ο Ζ, τηρώντας τους όρους του άρθρου 81 ΚπολΔ. Κατά την εκδίκαση της εφέσεως ο Ζ προέβαλε με τις νομοτύπως και εμπροθέσμως κατατεθείσες προτάσεις του ένταση συμψηφισμού, δηλώνοντας ότι συμψηφίζει την απαίτηση του Α με ανταπαίτηση που ο ίδιος (ο Ζ) διατηρεί κατά του Α και η οποία αποδεικνύεται εγγράφως. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έκρινε την έφεση της Ε ως παραδεκτή και την απέρριψε ως ουσία αβάσιμη. Η Ε παραιτείται από το δικαίωμα προς άσκηση αναιρέσεως. Ο Ζ άσκησε αίτηση αναιρέσεως κατά τα πρωτόδικης αποφάσεως, χωρίς ωστόσο να επιτύχει αναστολή της εκτελεστότητάς της. Κατόπιν τούτου ο Α επισπεύδει με τίτλο εκτελεστό την πρωτόδικη απόφαση αναγκαστική εκτέλεση κατά του Ο, ομορρύθμου εταίρου της Ε. Έπειτα από την επίδοση επιταγής προς εκτέλεση στον Ο και την τήρηση της προθεσμίας του άρθρου 926 παρ.1 ΚπολΔ επιβάλλει κατάσχεση σε ακίνητό του. Είκοσι ημέρες μετά την επιβολή της κατασχέσεως ο Ο ασκεί ανακοπή του άρθρου 933 ΚπολΔ κατά της επιβληθείσας κατασχέσεως προβάλλοντας ως λόγους ανακοπής την ακυρότητα της επιδόσεως της επιταγής προς εκτέλεση, καθώς και την εξόφληση του δανεισθέντος ποσού. 

Ερωτάται:  

α) Πώς χαρακτηρίζετε δικονομικά τους ισχυρισμούς της Ε ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου; 

β) Επιτρέπεται η ένορκη βεβαίωση του Μ ως προς την παράταση της λήξεως του δανείου; 

γ) Προβάλλεται παραδεκτώς η ένσταση συμψηφισμού του Ζ; 

δ) Ασκείται παραδεκτώς η αίτηση αναιρέσεως του Ζ;

ε) Επισπεύδεται παραδεκτώς αναγκαστική εκτέλεση κατά του Ο; 

στ) Είναι παραδεκτοί οι λόγοι ανακοπής του Ο; 

ζ) Εάν έπειτα από την τελεσίδικη περάτωση της δίκης μεταξύ Α και Ε, ο Ζ ασκήσει αγωγή κατά του Α με αίτημα την αναγνώριση της ακυρότητας της συμβάσεως δανείου λόγω εικονικότητας, το δικαστήριο θα ελέγξει τη βασιμότητα της αγωγής;

Θέμα 2ο   

Η Α ομόρρυθμη εταιρεία ασκεί αγωγή στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών κατά των Β και Γ και ζητεί να υποχρεωθούν να της καταβάλλουν εις ολόκληρον ο καθένας το ποσό των 270.000 ευρώ από ενδοσυμβατική ευθύνη. Την ημέρα της δικασίμου η Α με δήλωσή της στο ακροατήριο ζητεί να υποχρεωθούν να την καταβάλουν εις ολόκληρον οι Β και Γ το ποσό των 170.000 ευρώ, ενώ παρίσταται μόνο ο Β και απολείπεται ο Γ. Ο Β ισχυρίζεται ότι πλέον το δικαστήριο έχει καταστεί αναρμόδιο καθ' ύλη και πρέπει η αγωγή να παραπεμφθεί στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Το δικαστήριο εκδίδει απόφαση που δέχεται εν μέρει ως κατ' ουσία βάσιμη την αγωγή της Α υποχρεώνοντας τους Β και Γ να καταβάλλουν σ' αυτήν εις ολόκληρον  το ποσό των 100.000 ευρώ και κηρύσσει προσωρινώς εκτελεστή αυτήν μόνο ως προς τον Γ που δεν εμφανίστηκε στη συζήτηση προσηκόντως. Ο Γ ασκεί ανακοπή ερημοδικίας κατά της ως άνω απόφασης επικαλούμενος ότι δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο κατά την  εκδίκαση της αγωγής,διότι ο δικηγόρος του, ενώ ανέμενε την εκδίκαση της υποθέσεως,συνόδευσε σε νοσοκομείο ένα μάρτυρα από άλλη υπόθεση με προβλήματα υγείας. Έφεση κατά της ως άνω απόφασης άσκησε ο Β αλλά και ο ομόρρυθμος εταίρος της Α ο Δ ως δεσμευόμενος από το δεδικασμένο της απόφασης ενώ ο ίδιος (ο Δ) άσκησε πρόσθετους λόγους με ιδιαίτερο δικόγραφο. Κατά την εκδίκαση της έφεσης του Β, διαπιστώθηκε ότι είχε παραιτηθεί ο δικηγόρος του από το δικόγραφο της, επειδή ήθελε να προσθέσει και άλλους λόγους έφεσης. Εξαιτίας, αυτού, ο Β απευθύνεται σε άλλο δικηγόρο και προσβάλλει την ίδια απόφαση με άλλη έφεση, την οποίαν στρέφει κατά της Α και του Γ, επικαλούμενος εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου. Η Α ισχυρίζεται ότι η έφεση αυτή είναι απαράδεκτη. διότι παραβιάζεται ο κανόνας της άπαξ ασκήσεως των ενδίκων μέσων, αφενός διότι ο Β έχει ήδη ασκήσει την άλλη προαναφερθείσα έφεση και αφετέρου η ίδια απόφαση έχει προσβληθεί με έφεση όπως πληροφορείται και από τον Γ, η οποία εκκρεμεί προς εκδίκαση. Το Δικαστήριο απέρριψε τον ισχυρισμό αυτό της Α και απέρριψε την έφεση ως ουσία αβάσιμη ως προς τους Α και Γ. Στη συζήτηση της ανακοπής ερημοδικίας του  Γ, αυτός δεν παρίσταται και η ανακοπή απορρίπτεται Στη συζήτηση της έφεσης του Δ, αυτός δεν παρίσταται. Στο μεταξύ η Α επισπεύδει αναγκαστική εκτέλεση κατά των Β και Γ και αυτοί ασκούν ανακοπή κατά της εκτέλεσης ισχυριζόμενοι αφενός ο Γ ότι α) κακώς επισπεύδεται αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος του, διότι δεν υπάρχει τελεσίδικη δικαστική απόφαση, αφετέρου ο Β α) ότι η έγγραφη σύμβαση με βάση την οποία ζητείται η καταβολή του επιδικασθέντος ποσού από την Α είναι πλαστή και β) ότι έχει παραγραφεί η απαίτηση της Α μετά την απορριπτική απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου. Μετά την απόρριψη της έφεσης του Β, αυτός ασκεί αναψηλάφηση, επικαλούμενος ότι έχει εξοφλήσει την απαίτηση της Α με βάση ένα έγγραφο, αναφέροντας τις λοιπές προϋποθέσεις του άρθρου 544 αρ.7 ΚπολΔ. Η Α ισχυρίζεται ότι ο λόγος αναψηλάφησης δεν είναι νόμιμος, διότι ο ισχυρισμός της εξόφλησης της απαίτησης έπρεπε να είχε προταθεί στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά δεν προτάθηκε από τον Β.  

Ερωτάται

α) Είναι βάσιμος ο ισχυρισμός του Β για την καθ ύλη αναρμοδιότητα του Δικαστηρίου; 

β) Θα ήταν βάσιμος ο λόγος του Γ στην ανακοπή ερημοδικίας, εάν παρίστατο; 

γ) Μπορεί ο Γ να ασκήσει ανακοπή ερημοδικίας κατά της απόφασης που απέρριψε την ανακοπή ερημοδικίας; 

δ) Είναι ορθή η απόφαση του Δικαστηρίου ως προς τη δεύτερη έφεση του Β ως προς όλα τα σκέλη της. 

ε) Είναι παραδεκτή η έφεση του Δ και τις θα αποφασίσει το Δικαστήριο ως προς αυτήν; 

στ) Είναι παραδεκτοί οι λόγοι ανακοπής κατά της εκτέλεσης των Β και Γ;

ζ) Είναι βάσιμος ο ισχυρισμός της Α ως προς την αναψηλάφηση του Β;   

----------------------------------------------------------------------------------------------------

Ιούλιος 2014 - Κλιμάκιο Β' (Ορφανίδης-Τριανταφύλλου)

Θέμα 1ο

Ο Α ασκεί στο Πολυμελές Πρωτοδικείο αγωγή καττά της ομόρρυθμης εταιρείας Ε με την οποία ζητεί την καταδίκη της στην καταβολή ποσού 350.000 ευρώ λόγω παράβασης των όρων της μεταξύ τους σύμβασης και επικουρικά λόγω αδικοπραξίας. 
Μετά την άσκηση τής αγωγής ο Α εκχωρεί την επίδικη απαίτησή του στον Β. Στη δίκη παρεμβαίνει υπέρ της Ε ο ομόρρυθμος εταίρος της Ο. Το δικαστήριο εκδίδει την υπ’αριθμ’ 858/2011 απόφαση με την οποία απορρίπτει την συμβατική βάση της αγωγής και διατάσσει την επανάληψη της συζήτησης, προκειμένου να διευκρινισθούν ορισμένα κενά και αμφίβολα σημεία σχετικά με την επικουρική βάση.  
Κατά της αποφάσεως αυτής ασκεί έφεση ο Ο.  
Το Πολυμελές Πρωτοδικείο εκδίδει, μετά την συζήτηση που επαναλήφθηκε, την υπ’αριθμ. 125/2012 απόφαση, με την οποία δέχεται την αγωγή ως προς τη βάση της από αδικοπραξία. Κατά της αποφάσεως αυτής ασκούν έφεση α) η ομόρρυθμη εταιρία Ε και β) ο Β, επικαλούμενος ότι λόγω της εκχωρήσεως αυτός είναι πλέον ο δικαιούχος της απαίτησης και επομένως έχει έννομο συμφέρον. Οι δύο εφέσεις συνεκδικάζονται και το Εφετείο απορρίπτει την έφεση της Β ως απαράδεκτη, δέχεται την έφεση της Ε, εξαφανίζει ως προς αυτήν την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, στη συνέχεια εξετάζει την κύρια συμβατική βάση της αγωγής και την κάνει δεκτή. Η Ε εξετάζει τη δυνατότητα άσκησης αναίρεσης κατά της απόφασης του Εφετείου.  
Με εκτελεστό τίτλο την απόφαση του Εφετείου, ο Β επισπεύδει αναγκαστική εκτέλεση κατά της Ε και επιβάλλει αναγκαστική κατάσχεση σε ακίνητο αυτής. Η Ε ασκεί ανακοπή κατά της κατάσχεσης επικαλούμενη α) ότι ο Β δεν νομιμοποιείται να επισπεύσει αναγκαστική εκτέλεση εναντίον της και β) η αναγκαστική εκτέλεση του συγκεκριμένου ακινήτου, στο οποίο η εταιρεία ασκεί την εμπορική της δραστηριότητα, επιβάλλεται καταχρηστικά, γιατί αυτή έχει στην κυριότητά της και άλλα ακίνητα. Η αίτηση αναστολής που άσκησε η Ε απορρίπτεται και τελικά ο πλειστηριασμός του ακινήτου διενεργείται.  
Στον επί του πλειστηριασμού υπάλληλο αναγγέλλονται εμπρόθεσμα και νόμιμα: α) οι εργαζόμενοι στην ομόρρυθμη εταιρεία Ε για οφειλόμενους μισθούς του τελευταίου έτους πριν από τον πλειστηριασμό συνολικού ποσού 50.000 ευρώ, β) το ΙΚΑ για οφειλόμενες από την Ε εισφορές ποσού 30.000 ευρώ, γ) ο ενυπόθηκος δανειστής Δ, ο οποίος είχε εγγράφει υποθήκη στο ακίνητο στις 24 Ιουνίου 2013, για ποσόν 120.000 ευρώ, δ) ο προσημειούχος δανειστής Π, ο οποίος είχε εγγράφει προσημείωση στις 3 Ιουνίου 2013 για ποσόν 250.000 ευρώ. 
Μετά την αφαίρεση των εξόδων το ποσό που απομένει προς διανομή στους αναγγελθέντες δανειστές ανέρχεται σε 280.000 ευρώ.  

Ερωτάται

α. Παραδεκτά ασκήθηκε η έφεση κατά της υπ’αριθμ. 858/2011 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου;  

β. Είναι ορθή η απόφαση του Εφετείου κατά το σκέλος της με το οποίο απορρίφθηκε η έφεση του Β;

γ. Θεμελιώνεται λόγος αναίρεσης κατά της απόφασης αυτής από την Ε;  

δ. Σε ποια προθεσμία πρέπει να ασκηθούν οι λόγοι ανακοπής της Ε; Είναι βάσιμος ο πρώτος λόγος της ανακοπής της; Ποια είναι η νομική βάση του δεύτερου λόγου; Αν το δικαστήριο με την απόφασή του η οποία εκδίδεται μετά τη διενέργεια του πλειστηριασμού δεχθεί την ανακοπή, ο πλειστηριασμός θα ακυρωθεί αυτομάτως;  

ε. Πώς πρέπει να καταταγούν οι δανειστές που αναγγέλθηκαν;  

Θέμα 2ο

Οι εταιρείες Α και Β διατηρούν επαγγελματικές σχέσεις εδώ και έτη. Το 2013 η Α άσκησε στο αρμόδιο δικαστήριο αγωγή κατά της Β και του εγγυητή Ε με αίτημα την καταβολή του ποσού των 70.000 ευρώ ως οφειλόμενο υπόλοιπο τιμήματος από σύμβαση πωλήσεως εμπορευμάτων. Με τις εμπροθέσμως κατατεθείσες προτάσεις της η Α υποστήριξε ότι δικαιούται το ποσό των 70.000 ευρώ και με βάση σύμβαση αφηρημένης αναγνώρισης χρέους (ΑΚ 873), την οποίαν κατήρτισαν για την αποσαφήνιση της πραγματικής κατάστασης όπως συνηθίζεται στις εμπορικές συναλλαγές.  
Ο Ε, επίσης με τις εμπροθέσμως κατατεθείσες προτάσεις της, ζήτησε την απόρριψη της αγωγής για το λόγο ότι δεν αναφέρεται σ' αυτήν εάν η εγγύηση δόθηκε εγγράφως όπως απαιτεί η νόμος (ΑΚ 849). Ισχυρίσθηκε ακόμη ότι δεν γνωρίζει την ύπαρξη της αφηρημένης αναγνώρισης χρέους που επικαλέσθηκε η ενάγουσα με τις προτάσεις της και ζήτησε την απόρριψη του ισχυρισμού αυτού. Από την πλευρά της η Β, επίσης νομοτύπως, ζήτησε με τις προτάσεις της την απόρριψη της αγωγής. Ισχυρίσθηκε ότι η απαίτηση της Α έχει υποπέσει σε παραγραφή και σε κάθε περίπτωση διατηρεί ανταπαίτηση κατά της Α από τις μεταξύ τους δοσοληψίες ποσού 73.000 ευρώ την οποία προβάλλει σε συμψηφισμό. Κατά τα λοιπά η Β δεν αναφέρθηκε στις προτάσεις της στον ισχυρισμό της Α για την ύπαρξη αξιώσεως της στη βάση της αφηρημένης αναγνώρισης χρέους.  
Με την προσθήκη - αντίκρουση επί των προτάσεων της η Α απάντησε ότι ο Ε ήταν εκείνος που θα έπρεπε να επικαλεσθεί την έλλειψη του έγγραφου τύπου και όχι ο ίδιος. Σε κάθε περίπτωση δηλώνει με την προσθήκη -αντίκρουση ότι η εγγύηση είχε δοθεί εγγράφως και ότι προσκομίζει στο δικαστήριο το σχετικό έγγραφο. Ως προς την ένσταση παραγραφής που πρόβαλε η Β αντέταξε την ύπαρξη δεδικασμένου από προηγούμενη δίκη. Σχετική ένσταση παραγραφής είχε προβάλει η Β στο πλαίσιο προηγούμενης αγωγής της ενάγουσας για μέρος της ίδιας απαίτησης και είχε απορριφθεί τελεσιδίκους.  
Το δικαστήριο δέχθηκε την αγωγή ως προς τη Β και τον Ε στη βάση της πωλήσεως και εγγυήσεως, απέρριψε για τυπικούς λόγους τον ισχυρισμό για την αφηρημένη αναγνώριση χρέους και ως ουσία αβάσιμο τον ισχυρισμό για την παραγραφή της επίδικης απαίτησης. Δεν θεώρησε ότι υπάρχει δεδικασμένο από την προηγούμενη απόφαση. 
Παράλληλα, απέρριψε ως αόριστη την προβληθείσα ένσταση συμψηφισμού.  
Η απόφαση κατέστη τελεσίδικη. Η Α επέσπευσε εκτέλεση κατά της Β με επιβολή κατασχέσεως σε ακίνητο που με βάση τα δημόσια βιβλία ανήκε στη Β. Κατά της εκτελέσεως άσκησε ανακοπή η Β με επίκληση ως λόγου ανακοπής της ενστάσεως συμψηφισμού. Επανέφερε, θεμελιωμένο αυτή τη φορά, τον ισχυρισμό για την ανταπαίτηση που είχε προβάλει κατά τη διάρκεια της διαγνωστικής δίκης. Συγχρόνως, ο Γ άσκησε ανακοπή κατά της επισπευδόμενης εκτελέσεως με τον ισχυρισμό ότι αυτός ήταν ο κύριος του ακινήτου στο οποίο επιβλήθηκε η κατάσχεση. Ειδικότερα, ήδη πριν από την κατάσχεση είχε καταρτισθεί οριστικό συμβόλαιο πωλήσεως με τη Β. Δεν πρόλαβε να προβεί σε μεταγραφή του συμβολαίου πριν από την κατάσχεση, κάτι που έπραξε μετά. Η Α θεωρεί ότι μη παραδεκτώς προβάλλονται οι λόγοι ανακοπής από τους Β και Γ . Η Β δεσμεύεται από το αποτέλεσμα της προηγηθείσας δίκης στην οποία είχε απορριφθεί η ένσταση συμψηφισμού.  

Ερωτάται:  

α. Έκρινε ορθά το δικαστήριο για το θέμα της εγγυήσεως ενόψει των ισχυρισμών των διαδίκων; 

β. Έκρινε ορθά το δικαστήριο σε σχέση με την αφηρημένη αναγνώριση της αγωγής ενόψει και της δικονομικής  συμπεριφοράς της Β και του Ε;  

γ. Ορθώς δέχθηκε το δικαστήριο την μη ύπαρξη δεδικασμένου για την ένσταση παραγραφής;

δ. Πως συνδέονται στη δίκη η Β και ο Ε;  

ε. Τι φρονείτε για τους λόγους ανακοπής και πως χαρακτηρίζετε τις δυο ανακοπές; 

----------------------------------------------------------------------------------------------------------------------

Σεπτέμβριος 2014 - Κλιμάκιο Α' (Πανταζόπουλος - Τσικρικάς)

Θέμα 1ο

Ο Α άσκησε αγωγή καταδολίευσης κατά των Β και Γ και  ζήτησε τη διάρρηξη της μεταβιβαστικής δικαιοπραξίας που είχε συνάψει ο Β προς τον Γ. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε την αγωγή ως ουσία βάσιμη. Η απόφαση επιδόθηκε από τον Α στον Β στις 20.5.2014, ο οποίος άσκησε έφεση εναντίον της πρωτόδικης απόφασης στις 26.6.2014, την οποίαν έστρεψε κατά του Α και κατά του Γ επικαλούμενος εσφαλμένη εφαρμογή του κανόνος του άρθρου 939 ΑΚ. Ο Γ άσκησε έφεση στις 30.6.2014 και επικαλέσθηκε εσφαλμένη εκτίμηση των  αποδείξεων, την οποίαν έστρεψε μόνον κατά του Α. Την ημέρα της δικασίμου εμφανίσθηκαν στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο ο Α, ο Γ αλλά και ο Β. Ο Α ισχυρίσθηκε ως προς την έφεση του Γ: α) ότι αυτή είναι απαράδεκτη ως εκπρόθεσμη, άλλως η έφεση είναι απαράδεκτη, λόγω μη απεύθυνσής της και κατά του Β. Ως προς την έφεση του Β, ο Α ισχυρίσθηκε ότι αυτή είναι εκπρόθεσμη και συνεπώς απαράδεκτη. Ο Γ ισχυρίσθηκε ότι η έφεση του Β είναι απαράδεκτη, επειδή στρέφεται και εναντίον του, ενώ για πρώτη φορά στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο ισχυρίσθηκε με την έφεσή του ότι η αγωγή του Α έχει υποπέσει στην παραγραφή του άρθρου 946 ΑΚ. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο συνεκδίκασε τις δύο εφέσεις και αφού απέρριψε τους ως άνω ισχυρισμούς, απέρριψε αυτές στη συνέχεια ως κατ’ ουσίαν αβάσιμες. Ο Β στη συνέχεια άσκησε αναίρεση κατά της ως άνω απόφασης του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, την οποίαν έστρεψε μόνον κατά του Α και επικαλέσθηκε παραβίαση ουσιαστικού κανόνος δικαίου, ενώ ο Γ αμέλησε να ασκήσει αναίρεση. Ο Άρειος Πάγος αναίρεσε την απόφαση και ανέπεμψε την αγωγή στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο. Στην ορισθείσα δικάσιμο στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ο Β δεν εμφανίσθηκε και το δικαστήριο απέρριψε την έφεση ως ανυποστήρικτη δίχως να συμμετάσχει ο Γ.

Ερωτάται

α) Έπραξε ορθώς ή όχι και γιατί το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ως προς την απόρριψη των ως άνω ισχυρισμών των Α και Γ;

β) Έπραξε ορθώς ή όχι και γιατί το δικαστήριο ως προς την εξέταση και την εν συνεχεία απόρριψη των δύο ως άνω εφέσεων ως κατ’ ουσίαν αβασίμων;  

γ) Είναι ορθή η απόφαση του Αρείου Πάγου που συζήτησε την αναίρεση μεταξύ των Α και Β;  

δ) Είναι ορθή η απόφαση ταυ δευτεροβαθμίου δικαστηρίου που απέρριψε την έφεση του Β ως ανυποστήρικτη;   

ε) Πώς γίνεται η αναγκαστική εκτέλεση της απόφασης που διατάσσει τη διάρρηξη της δικαιοπραξίας;      

Θέμα 2ο
  
Η ανώνυμη εταιρία Ο ενάγει το πιστωτικό ίδρυμα Π και ζητεί να διαγνωσθεί η ανυπαρξία της οφειλής της από χορηγηθέν δάνειο. Έπειτα από την άσκηση της ανωτέρω αγωγής το Π ασκεί αγωγή κατά του Ε, κύριου μετόχου της Ο, ο οποίος είχε εγγυηθεί την αποπληρωμή του δανείου, και ζητεί την καταδίκη του στην καταβολή του οφειλόμενου ποσού από το δάνειο. Κατά την εκδίκαση της αγωγή του Π κατά του Ε παρεμβαίνει υπέρ του Ε ένας άλλος μέτοχος, ο Σ. Ο Ε προς αντίκρουση της αγωγής του Π ισχυρίζεται με τις εμπροθέσμως κατατεθείσες προτάσεις του ότι η οφειλή αποσβέσθηκε έπειτα από την κατάρτιση συμβάσεων αφέσεως χρέους μεταξύ της Ο και του Π (ΑΚ 454). Το δικαστήριο απέρριψε την παρέμβαση του Σ ως απαράδεκτη λόγω ελλείψεως εννόμου συμφέροντος καθώς και τον ισχυρισμό του Ε ως ουσία αβάσιμο και έκανε δεκτή την αγωγή του Π ως ουσία βάσιμη. Η απόφαση κηρύσσεται προσωρινά εκτελεστή. Το Π επιδίδει στις 10.3.2014 αντίγραφο του απογράφου με επιταγή προς εκτέλεση στους Ε και Σ. Οι τελευταίοι ασκούν έφεση κατά της πρωτόδικης αποφάσεως, ο μεν Ε στις 2.4.2014, ο δε Σ στις 5.4.2014. και επικαλούνται εσφαλμένη εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων κατά την κρίση της ουσιαστικής βασιμότητας της αγωγής του Π. Κατά την εκδίκαση της εφέσεώς του ο Ε υποβάλλει με τις εμπροθέσμως κατατεθείσες προτάσεις του εκ νέου τον ισχυρισμό περί αφέσεως χρέους. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο απορρίπτει την έφεση του Σ ως απαράδεκτη και εκείνη του Ε ως αβάσιμη. Ήδη, στις 20.4.2014, το Π κατάσχει ένα ακίνητο του Ε. Ο τελευταίος ασκεί ανακοπή στις 5.5.2014 κατά της κατασχέσεως προβάλλοντας ως λόγο ανακοπής τον ισχυρισμό περί αποσβέσεως της απαιτήσεως του Π δια συμψηφισμού με ανταπαίτηση της Ο, στον οποίο είχε προβεί η τελευταία με εξώδικη δήλωση πριν από την έναρξη των δικαστικών αγώνων. Προσκομίζει μάλιστα (ο Ε) και τη σχετική εξώδικη δήλωση της Ο. Παράλληλα ο Ε προσβάλλει με αίτηση αναιρέσεως την πρωτόδικη απόφαση, η οποία κατ’ αυτόν έχει πλέον καταστεί τελεσίδικη και ταυτόχρονα ζητεί την αναστολή της εκτελεστότητάς της.
  
Ερωτάται:
 
α) Επηρεάζει η αγωγή της Ο κατά του Π την εκδίκαση της αγωγής του Π κατά του Ε ή αντίστροφα επηρεάζει η δεύτερη αγωγή την εκδίκαση της πρώτης;  

β) Εάν ο Ε επιθυμεί τη συμμετοχή της Ο στη δίκη επί της αγωγής του Π εναντίον του. καθώς και την καταδίκη της στην απόδοση σε αυτόν του όποιου ποσού καταδικασθεί αυτός να καταβάλει στο Π, πώς πρέπει να ενεργήσει δικονομικώς;  

γ) Είναι ορθή η απόρριψη της εφέσεως του Σ;   

δ) Προβάλλεται παραδεκτώς ο ισχυρισμός του Ε σε δεύτερο βαθμό;

ε) Μπορεί ο Σ να πλήξει την εναντίον του επισπευδόμενη αναγκαστική εκτέλεση και εάν ναι, για ποιον λόγο;  

στ) Τί θα αποφανθεί το δικαστήριο επί του λόγου της ανακοπής του Ε;  

ζ) Ασκείται παραδεκτώς η αίτηση αναιρέσεως του Ε;  

Από τα δύο θέματα θα δοθούν απαντήσεις στο ένα.

----------------------------------------------------------------------------------------------------------------

Σεπτέμβριος 2014 - Κλιμάκιο Β' (Ορφανίδης, Τριανταφύλλου)

Θέμα 1ο

Ο Α, κάτοικος Αθηνών, κατέθεσε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, στις 16.1.2012 κατά των Β και Γ αγωγή διανομής κοινού ακινήτου, το οποίο ευρίσκεται στη Θεσσαλονίκη, ισχυριζόμενος ότι είναι ο ίδιος κύριος κατά ποσοστό 60% και οι Β και Γ κατά ποσοστό 20% ο καθένας. Η αγωγή επιδόθηκε στους Β και Γ στις 14.2.2012

Ο Β στις 3.2.2012 κατέθεσε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης αγωγή κατά του Α, με την οποία ζήτησε να αναγνωρισθεί ότι ο Α δεν είναι συγκύριος του ακινήτου κατά ποσοστό 60%, όπως αυτός διέδιδε, αλλά κατά ποσοστό 10%, ενώ το υπόλοιπο 50% ανήκει στον ίδιο (τον Β). Η αγωγή επιδόθηκε στις 6.2.2012. 
Η συζήτηση της αγωγής του Α αναβλήθηκε. Κατά τη συζήτηση της αγωγής του Β ο Α προέβαλε τους ακόλουθους ισχυρισμούς: α) ότι το δικαστήριο ήταν κατά τόπον αναρμόδιο, γιατί ο ίδιος είναι κάτοικος Αθηνών, β) ότι η αγωγή έπρεπε να ασκηθεί και από τον άλλο συγκύριο Γ και γ) ότι υπάρχει εκκρεμοδικία από την άσκηση της αγωγής του για τη διανομή του ακινήτου. Για τους λόγους αυτούς ο Α ζήτησε την απόρριψη της αγωγής του Β ως απαράδεκτης και σε κάθε περίπτωση ως ουσία αβάσιμης, ισχυριζόμενος ότι ο ίδιος (ο Α) είναι συγκύριος του ακινήτου κατά ποσοστό 60%. Το δικαστήριο με την υπ'αρίθμ. 1250/2013 απόφαση του απέρριψε τους ισχυρισμούς του Α και δέχθηκε την αγωγή του Β ως ουσία βάσιμη. 
Εν τω μεταξύ εκδικάσθηκε και η αγωγή διανομής του Α, την οποία το δικαστήριο με την υπ'αριθμ. 150/2014 απόφασή του δέχθηκε ως ουσία βάσιμη και διέταξε την πώληση του ακινήτου με πλειστηριασμό (άρθρ. 484 ΚΠολΔ). 
Οι ανωτέρω δύο αποφάσεις κατέστησαν τελεσίδικες. 

Με βάση τα ανωτέρω ερωτάται:


1.
Είναι βάσιμοι οι ισχυρισμοί που προέβαλε ο Α κατά τη συζήτηση της αγωγής του Β; Είναι νόμιμο το αίτημα του Α για την απόρριψη της αγωγής ως απαράδεκτης για τους λόγους που αυτός επικαλέσθηκε;


2. Ενόψει του διατακτικού των δύο αποφάσεων μπορεί να προσβληθεί κάποια από αυτές με ένδικο μέσο και για ποιον λόγο;


3.
Ο Δ, δανειστής του Α, ο οποίος έλαβε γνώση της υπ'αρίθμ. 150/2014 απόφασης που εκδόθηκε υπέρ του Α, θέλει να ικανοποιηθεί από το ποσόν που θα καταβληθεί στον Α μετά τον πλειστηριασμό του ακινήτου. Με ποιον τρόπο μπορεί να το επιτύχει;


Θέμα 2ο


Η ανώνυμη εταιρεία Α άσκησε το 2009 αγωγή κατά των Β και Γ για καταβολή του ποσού των 30.000 ευρώ έκαστος από πώληση εμπορευμάτων αξίας 60.000 ευρώ που είχε γίνει προς τον αποβιώσαντα στο μεταξύ Π, πατέρα των Β και Γ. Κατά την αγωγή ο Π διατηρούσε ατομική επιχείρηση, η πώληση είχε γίνει με πίστωση του τιμήματος ενώ οι Β και Γ είχαν αποδεχθεί την κληρονομία του πατέρα τους ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι. Κατά τη συζήτηση της αγωγής στον πρώτο βαθμό (Ιανουάριος 2010) παρέστη ο Β που ζήτησε την απόρριψη της αγωγής. Όπως υποστήριξε, ο πατέρας του συνήθιζε να εκπληρώνει τις υποχρεώσεις του και επομένως το τίμημα είχε καταβληθεί και για τη συγκεκριμένη πώληση Αντίθετα δεν παρέστη ο Γ. καίτοι είχε κλητευθεί νομίμως και εμπροθέσμως από την Α. Κατά τη συζήτηση και παρά τις αντιρρήσεις της Α ως προς το επιτρεπτό της μαρτυρικής αποδείξεως για το θέμα της καταβολής, το Δικαστήριο επέτρεψε την χρήση μαρτύρων για τον ισχυρισμό αυτό. Τα διάδικα μέρη (Α και Β) εξέτασαν από ένα μάρτυρα που κατέθεσαν τελείως αντίθετα και επιβεβαίωσαν τους ισχυρισμούς των διαδίκων. Το Δικαστήριο δεν μπόρεσε από τις μαρτυρικές καταθέσεις να σχηματίσει πλήρη δικανική πεποίθηση για την καταβολή και επειδή δεν υπήρχαν άλλα αποδεικτικά μέσα και σε κάθε περίπτωση δεν προσκομίσθηκαν έκανε δεκτή την αγωγή με την έκδοση της υπ'αριθ. 386/Μαΐου/2010 απόφασης. Με την ίδια απόφαση έγινε δεκτή η αγωγή και ως προς τον Γ που δεν είχε παραστεί στη βάση της ερημοδικίας του.
Με πρωτοβουλία της Α η απόφαση επιδόθηκε την 26 Μαΐου του 2010 στους Β και Γ που δεν άσκησαν ένδικα μέσα. Τον Ιανουάριο του 2011 οι Β και Γ εξόφλησαν την οφειλή προκειμένου να αποφύγουν την αναγκαστική εκτέλεση με την οποία απειλούσε η Α. Όμως, τον Ιούλιο του 2013 κατά την τακτοποίησή του εμπορικού αρχείου του πατρός του ο Β ανευρίσκει εξοφλητική απόδειξη της Α προς τον πατέρα Π για το επίμαχο χρέος των 60.000.
Κατόπιν αυτής της εξελίξεως οι Β και Γ ασκούν αγωγή στο αρμόδιο δικαστήριο κατά της Α για απόδοση του καταβληθέντος ποσού των 60.000 ευρώ με αναφορά στην απόφαση του Πρωτοδικείου, την επίδοση της σ αυτούς, της μη ασκήσεως ενδίκων μέσων και της ανευρέσεως της εξοφλητικής αποδείξεως.
Παράλληλα υποβάλλουν έγκληση κατά του μάρτυρα (Μ) που χρησιμοποίησε η Α στη δίκη για ψευδομαρτυρία. Η αγωγή των Β και Γ απορρίπτεται λόγω δεδικασμένου με βάση τα όσα αναφέρονται στην ίδια την αγωγή, χωρίς να έχει προβληθεί σχετικός ισχυρισμός από την Α.


Ερωτάται


1. Πως χαρακτηρίζετε τη σχέση των Β και Γ στο πλαίσιο του δύο δικών;


2. Είναι ορθή η υπ'αριθ. 386/Μαΐου/2010 απόφαση του Δικαστηρίου ενόψει των αντιφατικών καταθέσεων των μαρτύρων και της αδυναμίας σχηματισμού πλήρους δικανικής πεποιθήσεως από το δικαστήριο σε συνδυασμό με την έλλειψη άλλων αποδεικτικών μέσων;


3. Ορθώς το δικαστήριο επέτρεψε στην πρώτη δίκη για την αγωγή της Α τη χρήση μαρτύρων;


4. Είναι βάσιμη η αιτιολογία με την οποία το δεύτερο Δικαστήριο απέρριψε την αγωγή των Β και Γ;


5. Έχει νομική σημασία το γεγονός ότι η Α δεν είχε προβάλει ισχυρισμό για ύπαρξη δεδικασμένου στη σχετική δίκη;


6. Αν υποτεθεί ότι οι Β και Γ είχαν ανεύρει την εξοφλητική απόδειξη τον Απρίλιο του 2010. μετά δηλαδή τη συζήτηση της υποθέσεως στο πρώτο βαθμό και πάντως πριν από την έκδοση της αποφάσεως 386/Μαΐου/2010, ή αν υποτεθεί ότι η εξοφλητική απόδειξη είχε ανευρεθεί τον Απρίλιο του 2012, μετά δηλαδή την έκδοση της πρωτοδίκου αποφάσεως και την επίδοση αυτής, η δικονομική κατάσταση θα ήταν διαφορετική;  Έχει σημασία στο πλαίσιο αυτό το γεγονός ότι ο Γ ήταν ερήμην κατά την συζήτηση της υποθέσεως τον Ιανουάριο του 2010 και επομένως δεν είχε προβάλει τον ισχυρισμό για καταβολή του ποσού από τον πατέρα του;


7. Μπορεί να αναπτύξει νομική σημασία στην όλη υπόθεση η υποβολή της εγκλήσεως κατά του Μ και η τυχόν αμετάκλητη καταδίκη του για ψευδομαρτυρία;


Από τα δύο θέματα θα πρέπει να απαντηθεί το ένα. 


---------------------------------------------------------------------------------------------------------------- 

Φεβρουάριος 2015 - Κλιμάκιο Α' (Πανταζόπουλος - Τσικρικάς)


Θέμα 1ο

Ο Α ασκεί κατά του Β διεκδικητική αγωγή ακινήτου επικαλούμενος κτήση κυριότητας δυνάμει κληρονομικής διαδοχής από τον πατέρα του Π και επικουρική κτήση κυριότητας με τακτική χρησικτησία (ΑΚ 1041). Με τις προτάσεις του κατά τη συζήτηση της αγωγής ο Λ προτείνει και την έκτακτη χρησικτησία (ΑΚ 1045) ως λόγο κτήσεως της κυριότητας επί του ακινήτου. Προς υποστήριξη του Β παρεμβαίνει στην εκκρεμή δίκη ο Μ, στον οποίο ο Β είχε εκμισθώσει το ακίνητο. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απορρίπτει την αγωγή ως ουσία αβάσιμη ως προς όλες τις βάσεις της. Ο Α ασκεί έφεση την οποία στρέφει κατά του Β παραπονούμενος για την κατ' ουσίαν απόρριψη της αγωγής του. Έπειτα από την άσκηση της εφέσεως ο Α μεταβιβάζει το ακίνητο στον Γ. Κατά την εκδίκαση της εφέσεως ο Β ερημοδικεί. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κάνει δέκτη την έφεση, εξαφανίζει την εκκαλουμένη απόφαση, κρατεί και δικάζει την αγωγή. την κάνει δεκτή κρίνοντας ότι απεδείχθη η βάση της έκτακτης χρησικτησίας και καταδικάζει τον Β στην απόδοση του ακινήτου. Στη συνέχεια ο Γ επισπεύδει αναγκαστική εκτέλεση κατά του Β με την επίδοση σε αυτήν στις 2.3.2014 αντιγράφου του απογράφου της αποφάσεως του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου με επιταγή προς εκτέλεση. Ο Β ασκεί αμέσως αίτηση αναιρέσεως κατά της αποφάσεως του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, την οποία στρέφει κατά του Α και ταυτόχρονα ζητεί την αναστολή της εκτελεστότητας της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, ωστόσο πριν δικασθεί η αίτηση αναστολής ο Γ  αποβάλλει τον Β στις 15 3.2014 από το ακίνητο. Ο Β πέντε ημέρες μετά την αποβολή ασκεί ανακοπή προς ακύρωση της επιταγής προς εκτέλεση επικαλούμενος την εκ μέρους του κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία σε βάρος του Π. Δικάσιμος της ανακοπής ορίζεται η 10.5.2014. Στις 2.4.2014 ο Β ασκεί πρόσθετο λόγο ανακοπής, επικαλούμενος αοριστία της επιταγής προς εκτέλεση.

Ερωτάται:

1) Είναι ορθή η κρίση τον πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ως προς την απόρριψη των βάσεων της αγωγής;

2) Ασκείται παραδεκτώς η έφεση του Α;

3) Είναι ορθή η κρίση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου;

4) Εάν όχι, ποιος λόγος αναιρέσεως στοιχειοθετείται;

5) Είναι ορθή η επίσπευση αναγνωστικής εκτελέσεως από τον Γ κατά του Β;

6) Ασκείται παραδεκτώς η αίτηση αναιρέσεως;

7) Είναι παραδεκτός ο λόγος ανακοπής του Β;

8) Ασκείται παραδεκτώς ο πρόσθετος λόγος ανακοπής;

Θέμα 2ο

Ο Α άσκησε αγωγή κατά του Β στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και ζήτησε να υποχρεωθεί να του καταβάλλει το ποσό των 150.000 ευρώ από σύμβαση έργου κατά την κύρια βάση της και επικουρικώς σύμφωνα με τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, καθώς και το ποσό των 130.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση για προσβολή της προσωπικότητάς του. Ο Β ισχυρίσθηκε ότι το δικαστήριο είναι καθ' ύλη αναρμόδιο λόγω ποσού (δηλ. αρμόδιο είναι το μονομελές πρωτοδικείο) και παράλληλα άσκησε παραδεκτώς με δικόγραφο ανταγωγή και ζήτησε να αναγνωρισθεί ότι δεν οφείλει στον Α το ποσό των 100.000 ευρώ ως τίμημα πώλησης ενός ηλεκτρονικού υπολογιστή, διότι αυτό έχει εξοφληθεί απ’ αυτόν και εν πάσει περιπτώσει έχει συμφωνηθεί με τον αντεναγόμενο Α άφεση χρέους. Το Δικαστήριο απέρριψε την αγωγή κατά την κύρια βάση της ως ουσία αβάσιμη και την επικουρική βάση ως μη νόμιμη, ενώ δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως προς την επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης, ως προς δε την ανταγωγή διέταζε αυτοπρόσωπη εμφάνιση των διαδίκων. Ο Α άσκησε έφεση κατά της οριστικής απόφασης που απέρριψε την αγωγή από την σύμβαση έργου και ισχυρίσθηκε κακή εκτίμηση των αποδείξεων Αργότερα άσκησε εμπρόθεσμα πρόσθετο λόγο έφεσης ισχυριζόμενος ότι εσφαλμένως το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε την επικουρική βάση της αγωγής του για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό. Την ημέρα της συζήτησης στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο ο Α περιόρισε το καταψηφιστικό αίτημα της αγωγής του σε αναγνωριστικό, ενώ ο Β εφεσίβλητος υπέβαλε εκ νέου με τις προτάσεις του ως προς την αγωγή τον ισχυρισμό περί παραγραφής της απαίτησης του Α, τον οποίο το πρωτοβάθμιο δικαστήριο είχε απορρίψει ως απαράδεκτο, επειδή είχε υποβληθεί εκπρόθεσμα και άσκησε νόμιμα και εμπρόθεσμα αντέφεση για την επιδίκαση της σε βάρος του χρηματικής ικανοποιήσεως. Επίσης ο Β ισχυρίσθηκε ότι δεν μπορεί να προσβληθεί με έφεση η απόφαση επί της αγωγής διότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δεν έχει εκδώσει οριστική απόφαση και για την ανταγωγή.


Ερωτάται:

α) Είναι βάσιμος ο ισχυρισμός του Β ως προς την καθ’ ύλην αναρμοδιότητα του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου;

β) Παραδεκτώς ασκείται η ανταγωγή από τον Β;

γ) Ποιος φέρει το βάρος της απόδειξης και ποιο είναι το αντικείμενο της απόδειξης ως προς την ανταγωγή;

δ) Τί θα αποφασίσει το δικαστήριο για την μετατροπή του ως άνω αιτήματος του εκκαλούντος στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο;

ε) Παραδεκτώς ασκείται η έφεση του Α εν όψει του ισχυρισμού του Β περί μη έκδοσης οριστικής απόφασης επί της ανταγωγής;

στ) Παραδεκτώς ασκείται ο πρόσθετος λόγος έφεσης;

ζ) Είναι παραδεκτός ο ισχυρισμός περί παραγραφής της απαίτησης του Α που υπέβαλε ο Β;

η) Τί θα αποφασίσει το δικαστήριο για την αντέφεση;

θ) Παραβιάζεται το άρθρο 536 παρ. 1 ΚΠολΔ αν το δευτεροβάθμιο δικαστήριο απορρίψει την αγωγή του Α από τη σύμβαση έργου ως απαράδεκτη ή μη νόμιμη;

Από τα δύο θέματα θα δοθούν απαντήσεις στο ένα.

------------------------------------------------------------------------------------------------------------------


Ιούνιος 2015 (Κλιμάκιο Α΄)


ΘΕΜΑ Α

Ο Α άσκησε αγωγή ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και ζήτησε να υποχρεωθούν οι Β κάτοικος Σπάρτης, Γ κάτοικος Δράμας και Δ κάτοικος Αθηνών να του καταβάλουν ο Β το ποσό των 200.000 ευρώ, ο Γ το ποσό των 180.000 ευρώ και ο Δ το ποσό των 300.000 ευρώ κατά την κύρια βάση της από ενδοσυμβατική ευθύνη (αμοιβές εκτέλεσης συμβάσεων έργου που είχε συνάψει ο ενάγων με καθέναν από αυτούς), και κατά την επικουρική βάση σύμφωνα με τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού. ο Δ δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο του δικαστηρίου την ημέρα της δικασίμου, αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αφού απέρριψε τον ισχυρισμό των Β και Γ περί καθ ύλην αναρμοδιότητας του δικαστηρίου λόγω ποσού και περί κατά τόπον αναρμοδιότητάς αυτού, δέχθηκε στη συνέχεια την αγωγή ως εν μέρει ουσία βάσιμη κατά την κύρια βάση της και υποχρέωσε τους εναγόμενους να καταβάλουν στον ενάγοντα ο Β το ποσό των 150.000 ευρώ, ο Γ το ποσό των 180.000 ευρώ και ο Δ το ποσό των 200.000 ευρώ. Η απόφαση δημοσιεύθηκε στις 30.1.2013. Η απόφαση επιδόθηκε από τον Α στους Β και Γ στις 30.3.2015. Ο Β άσκησε έφεση κατά της απόφασης στις 29.4.2015, την οποία απηύθυνε κατά του Α, και ζήτησε να εξαφανιστεί η απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου λόγω κακής εκτίμησης των αποδείξεων, ενώ ο Α άσκησε έφεση κατά του Β στις 30.4.2015 και ζήτησε να εξαφανιστεί η απόφαση και να γίνει εξ ολοκλήρου δεκτή η αγωγή του. Ο Β άσκησε επίσης μεταγενέστερα αντέφεση με επίκληση λόγων αντεφέσεως την παράβαση της διαδικασίας εκδίκασης της αγωγής του Α από το δικαστήριο. Ο Δ άσκησε έφεση κατά της απόφασης στις 30.3.2014 και ισχυρίστηκε ότι την ημέρα της δικασίμου δεν μπόρεσε να εμφανιστεί στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, διότι την προηγούμενη ημέρα τον ενημέρωσαν ότι κέρδισε τον πρώτο αριθμό στο τζόκερ και από τη χαρά του ξέχασε το δικαστήριο. Ο Α με τις προτάσεις του ζήτησε να απορριφθεί η αντέφεση του Β λόγω παραβίασης της αρχής τη άπαξ άσκησης ένδικων των μέσων. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε την αντέφεση του β και, αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση, απέρριψε την αγωγή κατά την κύρια βάση της, επειδή η συναφθείσα σύμβαση ήταν παράνομη ενώ δέχθηκε την αγωγή κατά την επικουρική βάση. Την έφεση του Α την απέρριψε λόγω αοριστίας, διότι δεν ανέφερε συγκεκριμένα λόγους κακής εκτίμησης των αποδείξεων ,ενώ απέρριψε την έφεση του Β δεχόμενος τον ισχυρισμό του Α περί παραβίασης της αρχής της άπαξ άσκησης των ένδικων μέσων. Τέλος την έφεση του Δ την απέρριψε, επειδή θεώρησε ότι τα επικαλούμενα από αυτόν πραγματικά περιστατικά της μη εμφάνισης του στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο δεν συνιστούν ανωτέρα βία. Κατά της απόφασης του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου άσκησε αναίρεση ο Β ισχυριζόμενος ότι κακώς το δικαστήριο δέχθηκε την αγωγή του Α κατά την επικουρική βάση, καθότι δεν είχε εκκληθεί (μεταβιβασθεί) στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο το κεφάλαιο αυτό. Ο Α επέσπευσε αναγκαστική εκτέλεση κατά του Β με την επίδοση επιταγής προς εκτέλεση κάτωθι αντιγράφου του απογράφου της απόφασης του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου και την κατάσχεση ενός ακινήτου του. Ο Β υπέβαλε αίτηση αναστολής κατά άρθρο 565 παρ.2 ΚΠολΔ.

Ερωτάται:
1. Ορθώς απέρριψε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο τον ισχυρισμό των Β και Γ περί καθ’ ύλην και κατά τόπον αναρμοδιότητας αυτού; 2. Είναι ορθή κατά το περιεχόμενό της η απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου που υποχρέωσε τον Δ να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 200.000 ευρώ; 3. Είναι παραδεκτή η έφεση του Β από άποψη προθεσμίας και αιτήματος; 4. Είναι ορθή η απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου επί της εφέσεως του Β; 5. Είναι ορθή η απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου επί της εφέσεως του Α; 6. Είναι ορθή η απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου επί της εφέσεως του Δ; 7. Ορθώς απέρριψε το δικαστήριο την αντέφεση του Β; 8. Τί θα αποφασίσει το αναιρετικό δικαστήριο για την αναίρεση του Β; 9. Τί θα αποφασίσει το αρμόδιο τμήμα του Αρείου Πάγου για την αίτηση αναστολής; ΘΕΜΑ Β


Η ετερόρρυθμη εταιρεία Ε ασκεί αγωγή κατά του πιστωτικού ιδρύματος Π με αίτημα την αναγνώριση της ανυπαρξίας οφειλής της από σύμβαση δανείου. Στη συνέχεια το Π ασκεί αγωγή κατά του Ο, ομόρρυθμου εταίρου της Ε, με την οποία ζητεί να καταδικασθεί ο τελευταίος ως ενεχόμενος εις ολόκληρον στην καταβολή του δανεισθέντος ποσού. Έπειτα από την άσκηση της αγωγής του το Π εκχωρεί την απαίτησή του κατά της Ε στον Γ. Στην εκκρεμή δίκη μεταξύ Π και Ο παρεμβαίνει υπέρ του τελευταίου η ετερόρρυθμη εταιρεία Ε. Ο εναγόμενος Ο ομολογεί την σύναψη συμβάσεως δανείου από την Ε, ωστόσο προβάλλει τον ισχυρισμό περί αφέσεως του χρέους της Ε από το Π. Η Ε ισχυρίζεται ότι η σύμβαση δανείου καταρτίσθηκε από τον Ο όχι με την ιδιότητα του νομίμου εκπροσώπου της, αλλά ατομικά. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο κάνει δεκτή την αγωγή του Π κατά του Ο ως ουσία βάσιμη απορρίπτοντας ως αβάσιμό τον ισχυρισμό του Ο περί αφέσεως χρέους. Η απόφαση κηρύσσεται προσωρινά εκτελεστή για ποσό 100.000 ευρώ. Ταυτόχρονα, το δικαστήριο απορρίπτει την συνεκδικασθείσα αγωγή της Ε κατά του Π ως ουσία αβάσιμη .Ο Γ επισπεύδει αναγκαστική εκτέλεση κατά του Ο με την επίδοση στις 2.4.2014 σε αυτόν αντιγράφου του απογράφου της πρωτόδικης απόφασης με επιταγή προς εκτέλεση για το ποσό των 100.000 ευρώ και στη συνέχεια με την επιβολή αναγκαστικής κατασχέσεως στις 10.4.2014 ενός ακινήτου του Ο. Ο αναγκαστικός πλειστηριασμός του ακινήτου ορίζεται για τις 10.11.2014. Η Ε ασκεί έφεση στις 20.5.2014 κατά της πρωτόδικης αποφάσεως. Ο εναγόμενος και καθού η εκτέλεση Ο, ασκεί στις 6.5.2014 αφενός έφεσή κατά της πρωτόδικης αποφάσεως και αφετέρου ανακοπή κατά της επιβληθείσας κατασχέσεως. Δικάσιμος της ανακοπής ορίζεται η 15.10.2014 ενώ της εφέσεως η 1.11.2014. Με την ανακοπή του ο Ο ισχυρίζεται ότι η εκτελούμενη απαίτηση του Π έχει αποσβεστεί έπειτα από συμψηφισμό, στον οποίο ο Ο προέβη με εξώδικη δήλωσή του πριν από την έναρξη του δικαστικού αγώνα. Ισχυρίζεται επίσης ότι η σύμβαση δανείου είναι άκυρη ως καταπλεονεκτική (ΑΚ 179). Προς απόδειξη του τελευταίου ισχυρισμού ο Ο προσκομίζει την ένορκη βεβαίωση του Μ. Στις.2.9.2014 ο Ο ασκεί πρόσθετους λόγους ανακοπής ισχυριζόμενος ότι ο Γ δεν νομιμοποιείται προς επίσπευση αναγκαστικής εκτελέσεως. Κατά τη συζήτηση της εφέσεώς του ο Ο με τις νομίμως κατατεθείσες προτάσεις του προβάλλει και πάλι τον ισχυρισμό περί αφέσεως χρέους.

Ερωτάται:

1. Επηρεάζει η άσκηση της αγωγής της Ε κατά του Π την εκδίκαση της αγωγής του Π κατά του Ο; Αντίστροφα, επηρεάζει η άσκηση της δεύτερης αγωγής την εκδίκαση της πρώτης;

2. Δεσμεύει η ομολογία του Ο το πρωτοβάθμιο δικαστήριο;

3. Ασκούνται παραδεκτώς οι εφέσεις των Ο και Ε; 

4. Ανεξαρτήτως της απαντήσεως στο προηγούμενο ερώτημα, προβάλλεται παραδεκτώς ο ισχυρισμός του Ο περί αφέσεως χρέους στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο;

5. Είναι παραδεκτοί οι λόγοι του κυρίου δικογράφου της ανακοπής του Ο; 

6. Ασκείται παραδεκτώς ο πρόσθετος λόγος ανακοπής;

7. Ανεξαρτήτως της απαντήσεως στο προηγούμενο ερώτημα είναι βάσιμος ο πρόσθετος λόγος ανακοπής;

------------------------------------------------------------------------------------------------------------------

Φεβρουάριος 2016

ΘΕΜΑ I

Η ανώνυμη κατασκευαστική εταιρεία Κ ασκεί ενώπιον του καθ’ ύλην και κατά τόπον αρμοδίου δικαστηρίου αγωγή κατά της ετερόρρυθμης εταιρείας Ε και του ομορρύθμου εταίρου της Ο και ζητεί την καταδίκη τους στην καταβολή ποσού 200.000 ευρώ ως αμοιβή κατά τις διατάξεις περί συμβάσεως έργου (ΑΚ 681 επ.) για την ανέγερση των γραφείων της Ε. Επικουρικώς, η Κ ζητεί την καταβολή του ανωτέρω ποσού κατά τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού. Υπέρ της Κ παρεμβαίνει στην εκκρεμή δίκη ο μέτοχός της Μ με τήρηση των διατυπώσεων του άρθρου 81 § 1 ΚΠολΔ. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απορρίπτει ως απαράδεκτη την παρέμβαση του Μ, ενώ κάνει εν μέρει δεκτή την αγωγή της Κ επιδικάζοντας ποσό 100.000 ευρώ ως αμοιβή κατά τις διατάξεις περί συμβάσεως έργου. Η Ε επιδίδει την πρωτόδικη απόφαση στους Κ και Μ στις 5.3.2015. Στις 20.3.2015 οι Κ και Μ ασκούν, ο καθένας τους ξεχωριστά, έφεση κατά της εν λόγω αποφάσεως, την οποία στρέφουν κατά της Ε. Με τις εφέσεις τους οι Κ και Μ ζητούν την εξαφάνιση της εκκαλουμένης αποφάσεως και την παραδοχή της αγωγής της Κ ως βάσιμης στο σύνολό της. Κατά τη συζήτηση των εφέσεων δεν παρίσταται ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου η εφεσίβλητη Ε, αν και κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο απορρίπτει την έφεση του Μ ως απαράδεκτη, ενώ κάνει δεκτή την έφεση της Κ, εξαφανίζει την εκκαλουμένη απόφαση, κρατεί και δικάζει την αγωγή της Κ, την κρίνει ως νόμω αβάσιμη κατά τη θεμελίωσή της στη σύμβαση έργου, ωστόσο την κάνει στο σύνολό της δεκτή ως νόμω και ουσία βάσιμη κατά τη θεμελίωσή της στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις και επιδικάζει το αιτούμενο ποσό. Η απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου εκδίδεται στις 20.9.2015. Στις 10.10. 2015 η Ε ασκεί εναντίον της αναίρεση, την οποία στρέφει κατά της Κ, επικαλούμενη εσφαλμένη εφαρμογή των περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεων. Στις 20.10.2015 η Κ επισπεύδει αναγκαστική εκτέλεση κατά του Ο επί τη βάσει της αποφάσεως χου δευτεροβάθμιου δικαστηρίου με την επίδοση σε αυτόν επιταγής προς εκτέλεση και στις 2.11.2015 επιβάλλει κατάσχεση σε ακίνητο του τελευταίου.

Ερωτάται: 

α) Είναι ορθή η κρίση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ως προς την παρέμβαση του Μ; β) Είναι παραδεκτές οι εφέσεις των Κ και Μ; γ) Πώς κρίνετε την απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου ως προς την εξέταση των βάσεων της αγωγή; δ) Τι θα αποφανθεί ο Άρειος Πάγος επί της αναιρέσεως της Ε; ε) Επισπεύδεται νομίμως αναγκαστική εκτέλεση κατά του Ο; στ) Εάν ο Ο ασκήσει ανακοπή κατά της αναγκαστικής κατασχέσεως, μπορεί, μεταξύ των άλλων, να επικαλεσθεί ανυπαρξία της εκτελούμενης απαιτήσεως λόγω καταρτίσεως κατά το παρελθόν, σε χρόνο προγενέστερο της εκδικάσεως της αγωγής, συμβάσεως αφέσεως χρέους μεταξύ Κ και Ε;

ΘΕΜΑ II

Ο έμπορος Α άσκησε στο αρμόδιο δικαστήριο αγωγή κατά των Β και Γ ως κληρονόμων εξ αδιαθέτου του αποβιώσαντος πατρός τους Δ με αίτημα να καταδικασθούν να του καταβάλουν ο καθένας το ποσό των 25.000 ευρώ. Με την αγωγή ισχυρίσθηκε ότι ο πατέρας τους Δ του όφειλε το ποσό των 50.000 ευρώ, γιατί ένα τιμολόγιο που εξέδωσε ο Δ για πώληση προϊόντων προς το ίδιο (Α) είχε πληρωθεί εκ μέρους του (δηλαδή από τον Α) εκ παραδρομής δύο φορές. Ισχυρίσθηκε ακόμη ο Α ότι οι Β και Γ είχαν αποδεχθεί την κληρονομιά του πατρός τους Δ. Κατά τη συζήτηση της υποθέσεως οι Β και Γ προέβαλαν τον ισχυρισμό ότι η αγωγή θα έπρεπε να απορριφθεί για νομικούς ήδη λόγους γιατί σ’ αυτή α) δεν αναφερόταν το νομικό θεμέλιο (η νομική αιτία) στο οποίο στηριζόταν η αγωγή και β) δεν απαντούσε ισχυρισμός ότι κατά τον χρόνο της ασκήσεως της αγωγής διατηρούσαν τον πλουτισμό που προήλθε από τη διπλή καταβολή του A (ΑΚ 909). Τοποθετούμενος επί της ουσίας της υποθέσεως ο Β παραδέχθηκε το γεγονός της διπλής καταβολής. Αντίθετα, ο Γ ζήτησε την απόρριψη της αγωγής ισχυριζόμενος ότι το χρέος είχε εξοφληθεί από τον πατέρα τους Δ και πάντως δε σωζόταν πλέον ο πλουτισμός κατά το χρόνο ασκήσεως της αγωγής. Οι Α και Γ εξέτασαν από έναν μάρτυρα. Ο μάρτυρας του Γ επιβεβαίωσε τους ισχυρισμούς του, ενώ ο μάρτυρας του Α κατέθεσε ότι εξακολουθεί να υφίσταται η οφειλή των 50.000 ευρώ. Εκδόθηκε απόφαση με την οποία έγινε πλήρως δεκτή η αγωγή και ως προς τους δυο εναγόμενους. Το δικαστήριο δέχθηκε και για τους δυο εναγόμενους δικαστική ομολογία από τη δήλωση του Β για το γεγονός της διπλής καταβολής. Με επάλληλη σκέψη το δικαστήριο αιτιολόγησε την απόφαση του με τη θέση ότι δεν μπόρεσε να σχηματίσει πλήρη δικανική πεποίθηση ως προς τον ισχυρισμό του Γ για εξόφληση της οφειλής και τη μη διάσωση του πλουτισμού από τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίσθηκαν στο δικαστήριο.

Η απόφαση κατέστη τελεσίδικη. Συγκεκριμένα υπήρξε επίδοση αυτής και δεν ασκήθηκε έφεση. Οι Β και Γ κατέβαλαν το σχετικό ποσό. Κατά την τακτοποίηση του αρχείου του πατρός τους μετά την τελεσιδικία οι Β και Γ ανευρίσκουν έγγραφο του Α στο οποίο βεβαιώνεται η επιστροφή σ’ αυτόν του ποσού των 50.000 ευρώ. Σκοπεύουν ως επί τούτου να ασκήσουν αγωγή αποζημιώσεως κατά του Α που θα στηρίζεται στην αδικοπραξία και στον αδικαιολόγητο πλουτισμό (ΑΚ 914, 904). Θεωρούν ότι ο Α εξαπάτησε το δικαστήριο με την αγωγή του.

Ερωτάται: 

α) Είναι βάσιμος ο ισχυρισμός των Β και Γ για ατέλεια της αγωγής επειδή δεν αναφερόταν σ' αυτήν το νομικό θεμέλιο; β) Είναι βάσιμος ο ισχυρισμός των Β και Γ για ελλείψεις της αγωγής επειδή σ' αυτήν δεν υπήρχε ισχυρισμός για διατήρηση του πλουτισμού; γ) Ορθώς δέχθηκε το δικαστήριο δικαστική ομολογία για τη διπλή καταβολή και για τους δύο εναγόμενους με βάση τη δήλωση του Β; δ) Ενόψει του αποτελέσματος που είχε η αποδεικτική διαδικασία σε σχέση με την εξέταση των μαρτύρων είναι ορθή η απόφαση του δικαστηρίου; ε) Θα ευδοκιμήσει η σκοπούμενη αγωγή αποζημιώσεως και αδικαιολόγητου πλουτισμού των Β και Γ κατά του Α; στ) Παραδεκτώς εξετάσθηκαν μάρτυρες για τον ισχυρισμό του Γ ότι το χρέος είχε εξοφληθεί;

Θα πρέπει να απαντηθεί το ένα από τα δυο θέματα. 

-----------------------------------------------------------------------------------------------------

Ιούνιος 2017

ΘΕΜΑ I  (ΚΛΙΜΑΚΙΟ Α-Λ)

Ο Α άσκησε αγωγή κατά του Β επικαλούμενος ότι κατάρτισε μαζί του σύμβαση επισκευής της κατοικίας του και ότι αυτός (ο Β ) για την εκπλήρωση της παροχής προσέλαβε τους Γ και Δ, οι οποίοι κατά την εκτέλεση του έργου έκλεψαν ορισμένα κοσμήματα. Ζητεί δε να καταδικασθούν και οι τρεις σε αποζημίωση κατά τις περί  αδικοπραξιών διατάξεις και να του καταβάλουν το ποσό των 150.000 ευρώ εις ολόκληρον ως περιουσιακή ζημία και το ποσό των 10.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη. Στο δικαστήριο εμφανίστηκαν προσηκόντως οι  Β και Δ ενώ ο Γ δεν κατέθεσε προτάσεις.Επίσης ο Δ άσκησε πρόσθετη παρέμβαση υπέρ του Β και ζήτησε να απορριφθεί η αγωγή του Α .Το δικαστήριο δέχθηκε  εν μέρει την αγωγή κατ’ ουσίαν και καταδίκασε τους εναγόμενους να καταβάλουν στον Α το ποσό των 100.000 ευρώ ως περιουσιακή ζημία και το ποσό των 5.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, και απέρριψε την πρόσθετη παρέμβαση του Δ ως απαράδεκτη με την αιτιολογία ότι αυτός ήταν ήδη διάδικος. Την απόφαση αυτή , που δημοσιεύθηκε  στις 20.3.2013 ,επέδωσε νόμιμα ο Α στους Β και Γ ,όχι όμως και στον Δ, ως εναγομένους .Ο Β άσκησε εμπρόθεσμα έφεση κατά της αποφάσεως και ζήτησε να εξαφανισθεί  αυτή και να απορριφθεί η αγωγή, επειδή το δικαστήριο εσφαλμένως εκτίμησε τις αποδείξεις ,ενώ ο Γ άσκησε έφεση  πάλι εμπρόθεσμα και ζήτησε να εξαφανιστεί η απόφαση και να απορριφθεί η αγωγή ισχυριζόμενος ότι με τον ενάγοντα Α είχε συναφθεί σύμβαση άφεσης χρέους .Ο Α άσκησε εμπρόθεσμα έφεση κατά του Γ και ζήτησε να εξαφανιστεί η απόφαση επικαλούμενος ότι αυτή έσφαλε ,διότι παραβίασε το τεκμήριο ομολογίας της ιστορικής βάσης της αγωγής λόγω της ερημοδικίας του Γ και έπρεπε να επιδικάσει όλο το αιτούμενο ποσό σε βάρος του για την περιουσιακή ζημία. Αργότερα, ο Α άσκησε εμπρόθεσμα πρόσθετο λόγο έφεσης κατά του Γ ισχυριζόμενος ότι το ίδιο σφάλμα ,που έθιξε με τον προαναφερθέντα λόγο έφεσης ,έχει εμφιλοχωρήσει και κατά την κρίση του αιτήματος καταβολής χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης .Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε την έφεση του Γ και απέρριψε την αγωγή Α ως προς τον Γ δεχόμενο ότι όντως είχε συναφθεί με αυτόν σύμβαση άφεσης χρέους, ενώ απέρριψε την έφεση του Β .Ο Δ ασκεί στις 20.0.2015 αναψηλάφηση  κατά της ως άνω καταδικαστικής απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου με επίκληση νόμιμου λόγου .Ο αντίδικος του Α ισχυρίζεται ότι αυτή είναι εκπρόθεσμη και πρέπει να απορριφθεί.
Eρωτάται : α)Είναι ορθή η απόφαση του Δικαστηρίου ως προς την απόρριψη της πρόσθετης παρέμβασης του Δ ; β) Αν ο Α ισχυριζόταν ότι η συζήτηση της έφεσης του Β πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη ,διότι ο Δ, προσθέτως παρεμβάς στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο,δεν κλητεύθηκε στη δίκη ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου , ο ισχυρισμός αυτός θα ήταν βάσιμος;  γ)Τι θα αποφασίσει το δευτεροβάθμιο δικαστήριο για την έφεση του Α εν όψει της έφεσης του Γ ; δ)Είναι παραδεκτός ο πρόσθετος λόγος έφεσης του Α ; ε)Είναι βάσιμος ο ισχυρισμός του Α για το εκπρόθεσμο της αναψηλάφησης ; στ) Αν ο Β ασκούσε αναψηλάφηση  κατά της απόφασης του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου ισχυριζόμενος ότι το έτος 2000 εκδόθηκε απόφαση επί της αγωγής του Α εναντίον του για αποζημίωση λόγω πλημμελούς εκπλήρωσης της παροχής, με την οποία κρίθηκε ότι δεν υπήρχε έγκυρη σύμβαση έργου ,και επομένως υπάρχουν αντιφατικά δεδικασμένα ,είναι νόμιμος ο λόγος αναψηλάφησης ;

ΘΕΜΑ II

Ο Α ασκεί αγωγή κατά της ομόρρυθμης εταιρείας Ε με αίτημα την καταδίκη της τελευταίας στην καταβολή ληξιπρόθεσμης οφειλής ύψους 200.000 ευρώ από σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας. Προς υποστήριξη της Ε παρεμβαίνουν στην εκκρεμή δίκη ο συνοφειλέτης της εις ολόκληρον Σ και ο ομόρρυθμος εταίρος Ο. Στη συνέχεια ο Ο ασκεί αγωγή κατά του Α με αίτημα την αναγνώριση της ανυπαρξίας της οφειλής της Ε.Κατά την εκδίκαση της αγωγής του Α η Ε με τις προτάσεις της ομολογεί την ιστορική βάση της αγωγής και προβάλει ισχυρισμό περί εικονικότητας της σύμβασης .Η Ε με την προσθήκη επί των προτάσεων της προβάλλει επικουρικά ισχυρισμό περί αφέσεως χρέους από τον Α .Οι Σ και Ο αρνούνται την ιστορική βάση της αγωγής .Το δικαστήριο απορρίπτει τον ισχυρισμό της Ε περί εικονικότητας ως ουσία αβάσιμο και τον ισχυρισμό περί αφέσεως χρέους ως απαράδεκτο και κάνει δεκτή την αγωγή του Α.Η Ε ασκεί έφεση ,την οποία στρέφει κατά του Α,χωρίς να κλητεύσει οποιονδήποτε άλλον ,και προβάλλει ως λόγο έφεσεως την εσφαλμένη εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων ,που προσκόμισε ο Α προς απόδειξη της ιστορικής βάσης της αγωγής του. Κατά την εκδίκαση της εφέσεως η Ε με το δικόγραφό των προτάσεων της προβάλλει και πάλι τον ισχυρισμό περί  αφέσεως χρέους εκ μέρους του Α και προς απόδειξη του προσκομίζει την σχετική έγγραφη σύμβαση .Ο Α προς αντίκρουση της εφέσεως της Ε υποστηρίζει με το δικόγραφο των προτάσεων του ότι η έφεση είναι απαράδεκτη ,διότι η Ε δεν την έστρεψε και κατά των Ο και Σ, ενώ επίσης στηρίζει επικουρικά το αίτημα της αγωγής του στον αδικαιολόγητο πλουτισμό. Το δικαστήριο κάνει δεκτή την έφεση της Ε ,εξαφανίζει την εκκαλούμενη απόφαση .κρατεί και δικάζει την αγωγή του Α και την κάνει δεκτή με βάση τον αδικαιολόγητο πλουτισμό ,απορρίπτοντας ως απαράδεκτο των ισχυρισμό  περί άφεσης χρέους .Ο Α προς ικανοποίηση της επιδικασθείσας απαιτήσεως του επισπεύδει αναγκαστική εκτέλεση κατά της Ε με την επίδοση στις 10.3.20177 επιταγής προς εκτέλεση κάτω από αντίγραφο του απογράφου της αποφάσεως του εφετείου και στις 22.3.2017 κατάσχει ένα ακίνητό της .Η Ε ασκεί στις 20.4.2017  αίτηση αναιρέσεως κατά της αποφάσεως του εφετείου ,την οποία στρέφει κατά του Α, επικαλούμενη εσφαλμένη υπαγωγή των αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών στους κανόνες περί αδικαιολόγητου πλουτισμού .Η Ε ασκεί επίσης ανακοπή κατά της επιταγής προς εκτέλεση στις 2.4.2017 επικαλούμενη αοριστία της επιταγής .Στις 10..2017 η Ε ασκεί δεύτερη ανακοπή κατά της επιβληθείσας κατασχέσεως προβάλλοντας σε συμψηφισμό ανταπαίτησή της κατά του Α .
Eρωτάται : α)Ποια θα είναι η κρίση του δικαστηρίου επί της αγωγής του Ο κατά του Α ; β) Μπορεί η αιτίαση περί της εσφαλμένης εκτιμήσεως των αποδεικτικών  μέσων από το δικαστήριο να αποτελέσει βάσιμο λόγο έφεσης στην συγκεκριμένη περίπτωση; γ)Είναι βάσιμος ο ισχυρισμός του Α περί απαραδέκτου της έφεσης της Ε ; δ)Είναι παραδεκτή η συζήτηση επί της εφέσεως ; ε)Έκρινε ορθά το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κάνοντας δεκτή την αγωγή στη βάση του αδικαιολόγητου πλουτισμού και απορρίπτοντας ως απαράδεκτο τον ισχυρισμό της Ε περί άφεσης χρέους ;Eπι εσφαλμένης εκτίμησης  κρίσεως ποιοι λόγοι αναιρέσεως ιδρύονται ; στ)Ασκείται παραδεκτά η αίτηση αναιρέσεως της Ε ; ζ) Είναι παραδεκτοί οι λόγοι των ανακοπών που ασκεί η Ε κατά της επιταγής προς εκτέλεση και της κατάσχεσης ;
Να δοθούν απαντήσεις στο ένα από τα δύο θέματα .

Ιούνιος 2017

ΟΡΦΑΝΙΔΗΣ/ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΥ    19/06/2017

ΘΕΜΑ 1ο
Ο Α εκμίσθωσε διαμέρισμά του στους Β και Γ προκειμένου αυτοί να το χρησιμοποιούν ως κατοικία. Για την καταβολή του μισθώματος και όλων των σχετικών χρηματικών υποχρεώσεων  από τη σύμβαση μίσθωσης συμφωνήθηκε μεταξύ των συμβαλλομένων ενοχή εις ολόκληρον  των Β και Γ ΑΚ 481.Μετά από ορισμένο χρονικό διάστημα ο Α διαπιστώνει φθορές στο μίσθιο που κατά τη γνώμη του προήλθαν από κακή χρήση του .Διαμαρτυρίες του προς τους μισθωτές δεν είχαν αποτέλεσμα. Κατόπιν τούτου ασκεί αγωγή αποζημίωσης κατά του Β στο αρμόδιο δικαστήριο με αναφορά στη σύμβαση μισθώσεως, στις προκληθείσες φθορές και στο ποσό της ζημίας το οποίο και αιτείται να του καταβληθεί .Ο Β με τις εμπροθέσμως καταβληθείσες προτάσεις του ισχυρίσθηκε ότι η αγωγή είναι απορριπτέα για νομικούς και πραγματικούς λόγους .Συγκεκριμένα ,ο Β πρόβαλε τον ισχυρισμό ότι  στην αγωγή δεν απαντούσε ισχυρισμός ότι οι φθορές είναι πέραν εκείνων που προήλθαν από τη συνήθη και συμφωνημένη χρήση μισθίου και για τα οποίες ευθύνεται κατά νόμο ο μισθωτής  ΑΚ 592.Η αγωγή ήταν επίσης απορριπτέα γιατί δεν είχε στραφεί και κατά της Γ που είχε επίσης την ιδιότητα της μισθώτριας. Ως προς την ουσία της υπόθεσης ισχυρίσθηκε ότι δεν υπήρχαν φθορές πέραν από τις συνήθεις για τη συμφωνημένη χρήση του μισθίου .Σε κάθε περίπτωση προβάλει την ένσταση επισχέσεως για αξίωση καταβολής δαπανών στις οποίες προέβη στο μίσθιο και για τις οποίες βαρύνεται ο εκμισθωτής Από την πλευρά του ο Α ζήτησε με παραδεκτό δικονομικό τρόπο την απόρριψη όλων των ισχυρισμών του του Β .Ιδίως σε σχέση με  τον πρώτο ισχυρισμό  ανέφερε ότι η αγωγή του είναι πλήρης .Σε κάθε περίπτωση προσθέτει τώρα κατά τη συζήτηση ότι οι φθορές δεν ήταν τέτοιες που προκλήθηκαν από τη συνηθισμένη χρήση του μισθίου .Ήταν ασυνήθεις και άσχετες με τη συμφωνηθείσα χρήση. Έλαβαν χώρα αποδείξεις.Το δικαστήριο τελικώς απέρριψε τους ισχυρισμούς του Β για την έλλειψη της αγωγής και για το γεγονός ότι η αγωγή δεν στρέφεται και κατά της Γ .Απέρριψε επίσης ως αόριστη την ένσταση επισχέσεως .Σε σχέση με τις φθορές δεν μπόρεσε να σχηματίσει παρά την εξάντληση όλων των αποδεικτικών δυνατοτήτων πλήρη δικανική πεποίθηση .Εξέδωσε απόφαση που δέχεται κατ ουσίαν την αγωγή .Η ασκηθείσα έφεση του Β με λόγο έφεσης την εσφαλμένη εκτίμηση αποδείξεων δεν οδήγησε σε θετικό αποτέλεσμα καίτοι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο προβληματίστηκε αν θα έπρεπε να απορρίψει την αγωγή ως αόριστη. Στη συνέχεια ο Α προβαίνει αφού τήρησε ότι απαιτείται από το νόμο σε καταγγελία της μισθώσεως ΑΚ (594) λόγω των φθορών και ενόψει της ήδη τελεσίδικης αποφάσεως για την αποζημίωση. Ο Β αμφισβητεί την ύπαρξη φθορών για τις οποίες ευθύνεται ,δηλαδή για την ύπαρξη φθορών πέραν των συνήθων για τη συμφωνηθείσα χρήση και ζητά ως εκ τούτου την απόρριψη της αγωγής .Η καταγγελία κατά τη γνώμη του είναι άκυρη. Αντίθετα ο Α φρονεί ότι υφίσταται δεδικασμένο για το θέμα αυτό από τη πρώτη δίκη και εξετάζει μάρτυρες .Σε εξέταση των μαρτύρων  προβαίνει ο Β που επιβεβαιώνουν τους ισχυρισμούς του.Το δικαστήριο διαπιστώνει τη μη ύπαρξη φθορών πέρα των συνήθων και απορρίπτει την αγωγή. Με την αγωγή αποζημίωσης ο Α είχε ζητήσει και τη λήψη του μέτρου της προσωπικής κράτησης ως μέσου εκτελέσεως λόγω των φθορών στο μίσθιο 1047 ΚΠολΔ.Το αίτημα απερρίφθη από το δικαστήριο ως μη νόμιμο. Κατόπιν τούτου ο Α δρομολόγησε αναγκαστική κατάχεση σε ακίνητο του Β με τήρηση της προδικασίας.
Ερωτάται: 
1)Ποιος δικονομικός προβληματισμός υποκρύπτεται στον ισχυρισμό του Β για την έλλειψη της αγωγής σε σχέση με τις φθορές; Τι φρονείτε σχετικώς ;
2)’Έπρεπε ο Α να στρέψει την αγωγή και κατά της Γ ,όπως ισχυρίσθηκε ο  Β ;
3)Έκρινε ορθά το δικαστήριο στην πρώτη δίκη για την αποζημίωση ενόψει του αποτελέσματος της αποδεικτικής διαδικασίας για τις φθορές
4)Δεσμεύεται ο Β να επαναφέρει την ένσταση επισχέσεως  στην επισπευδόμενη εναντίον του αναγκαστική εκτέλεση με την κατάσχεση ακινήτου του στην οποία προέβη ο Α ;
5)Ορθά έκρινε το δικαστήριο της δεύτερης δίκης για την καταγγελία απορρίπτοντας την αγωγή καίτοι υπάρχει η πρώτη απόφαση για την αποζημίωση;
6)Μπορούσε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο να απορρίψει την αγωγή του Α ως αόριστη ,όπως προβληματίσθηκε ενόψει του προβληθέντος λόγου εφέσεως ;
7)Μπορεί ο Α να επισπεύσει εκτέλεση και κατά της Γ με βάση τον εκτελεστό τίτλο που έχει κατά του Β ;
8)Ορθώς απερρίφθη το αίτημα του Α για προσωπική κράτηση του Β ως μη νόμιμο ;
9)Με βάση την παράσταση του Β για την έλλειψη της πρώτης αγωγής ποια αναιρετική πλημμέλεια θα συνέτρεχε ;

ΘΕΜΑ 2ο
Η εταιρεία Ε με αγωγή που άσκησε κατά του Β στο  Πολυμελές Πρωτοδικείο ισχυρίσθηκε ότι είχε πωλήσει στον Β διάφορες ποσότητες εμπορευμάτων έναντι των οποίων ο Β κατέβαλλε σε αυτή τμηματικά διάφορα ποσά και ότι την 31.12.2013 η οφειλή του προς αυτή ανερχόταν σε 300.000.Στη συνέχεια ισχυρίσθηκε ότι συνήφθη μεταξύ αυτών σύμβαση αναγνώρισης εκ μέρους του Β οφειλής προς την Ε ποσού 300.000 ευρώ Με βάση το ιστορικό αυτό η Ε ζήτησε να υποχρεωθεί ο Β να της καταβάλει το ποσόν αυτό με τον νόμιμο τόκο από την ημερομηνία κατάρτισης της ως άνω σύμβασης αναγνώρισης. Με τις νομίμως κατατεθείσες προτάσεις του ο Β ισχυρίσθηκε : α)ότι η σύμβαση αναγνώρισης είναι εικονική και προς απόδειξη της εικονικότητας προσκόμισε ένορκη βεβαίωση του Μ , β)ότι υπάρχει δεδικασμένο από τελεσίδικη απόφαση που εκδόθηκε επί αγωγής που είχε ασκήσει η Ε κατ’ αυτού ,με την οποία επικαλούμενη την ίδια σύμβαση πώλησης ζητούσε το υπόλοιπο τιμήματος ύψους 300.000 ευρώ και γ)πρότεινε σε συμψηφισμό απαίτησή του  κατά της Ε ποσού 100.000 ευρώ.Το Δικαστήριο απέρριψε του υπό άνω α) και β) ισχυρισμούς του Β δέχθηκε την ένσταση συμψηφισμού, έκανε δεκτή εν μέρει την αγωγή  για ποσόν 200.000 ευρώ και κήρυξε την απόφασή του προσωρινώς εκτελεστή για ποσόν 100.000 ευρώ .Η Ε με εκτελεστό τίτλο την απόφαση αυτή επέβαλε αναγκαστική κατάσχεση σε ακίνητο του Β.Ο Β άσκησε έφεση κατά της απόφασης .Στον πλειστηριασμό αναγγέλθηκαν : α) ο ενυπόθηκος  δανειστής Δ1 που είχε εγγράψει υποθήκη την 1.3.2014 για ποσόν 100.000 ευρώ και β)ο προσημειούχος δανειστής Δ 2 που είχε εγγράψει προσημείωση υποθήκης την 1.2.2014 για ποσόν 150.000 .Το ακίνητο εκπλειστηριάσθηκε και το προς διανομή ποσόν ανήλθε σε 180.000 ευρώ.
Ερωτάται :
1)Πως χαρακτηρίζετε δικονομικά τους ισχυρισμούς του Β ; Είναι επιτρεπτή η απόδειξη της εικονικότητας με ένορκη βεβαίωση ;
2)Eίναι βάσιμος ο ισχυρισμός του Β περί δεδικασμένου ;
3)Θα είχε η Ε έννομο συμφέρον να ασκήσει έφεση ;
4)Πως θα μπορούσε ο Β να ενεργήσει για να αποτρέψει τη διενέρεγεια του πλειστηριασμού ;Αν τελικά γίνει δεκτή η έφεση του Β , θα ακυρωθεί ο πλειστηριασμός που διενεργήθηκε ;

5) Πώς θα θα καταταγούν στον πίνακα κατάταξης ο Ε και οι δανειστές που αναγγέλθηκαν ;

-------------------------------------------------------------------------------------------------------------


3 σχόλια:

  1. Εάν κάποιος τις έχει,μπορεί ν'αναρτήσει τις σημειώσεις που δόθηκαν από τους καθηγητές στις παραδόσεις του α'κλιμακίου;

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Δες μήπως σε καλύψει κάποια από τις αναρτήσεις στον παρακάτω σύνδεσμο: http://nomowiki.blogspot.gr/search/label/%CE%95%CF%86%CE%B1%CF%81%CE%BC%CE%BF%CE%B3%CE%AD%CF%82%20%CE%A0%CE%BF%CE%BB%CE%B9%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AE%CF%82%20%CE%94%CE%B9%CE%BA%CE%BF%CE%BD%CE%BF%CE%BC%CE%AF%CE%B1%CF%82

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Αρκετά χρήσιμες και σ'ευχαριστώ..απλά υπάρχουν και κάποιες του κ.Ορφανίδη νομίζω που τουλάχιστον το καλοκαίρι όταν δίναμε το μάθημα τις διάβαζαν όλοι σαν τρελοί..Ελπίζω αν κάποιος έχει τη δυνατότητα να τις ανεβάσει.Ευχαριστώ

      Διαγραφή