26 Δεκεμβρίου 2011

Θέματα Πολιτικής Δικονομίας Ι

Ιούλιος 2009 (Κλιμάκιο Α-Λ):

ΘΕΜΑ 1ο

Ο θείος, πρόξενος Ελλάδος στη Ν. Υόρκη, του Α και του Β, κατοίκων Βόλου απεβίωσε και άφησε με διαθήκη το μοναδικό ακίνητό του αξίας 200.000 Ευρώ στην Εκάλη Αττικής στον Β. Ο Α ενάγει τον Β στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών επικαλούμενος ακυρότητα της διαθήκης επειδή δεν συνετάγη με τον νόμιμο τρόπο που προβλέπει το δίκαιο της Νέας Υόρκης. Με τις προτάσεις υποβάλλει και φωτοτυπίες του σχετικού νόμου και γνωμοδότηση αμερικανού δικηγόρου. Το δικαστήριο μετά τη συζήτηση εκδίδει απόφαση...

...με την οποία διατάσσει επανάληψη της συζήτησης και ( κατά τη νέα δικάσιμο) αποδείξεις με κάθε πρόσφορο μέσο του αλλοδαπού δικαίου. Στη νέα δικάσιμο ο Β ζητεί ανάκληση της απόφασης επικαλούμενος ότι δεν είναι νόμιμη η διάταξη περί αποδείξεων του αλλοδαπού δικαίου.

Ερωτάται:

α) Έχουν διεθνή δικαιοδοσία τα ελληνικά δικαστήρια;
β) Υπάρχει καθ' ύλην / κατά τόπο αρμοδιότητα;
γ) Μπορεί να ανακληθεί η απόφαση του δικαστηρίου;
δ) Ευσταθεί ο ισχυρισμός του Β;

ΘΕΜΑ 2ο

Ο Α, αγοραστής, κάτοικος Αθηνών, ασκεί κατά του Β, πωλητή, κατοίκου Θεσσαλονίκης, αγωγή στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, με αίτημα την αναγνώριση της ακυρότητας της μεταξύ τους συμβάσεως πωλήσεως ως εικονικής. Στη συνέχεια ο Β ασκεί κατά του Α αγωγή στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης με αίτημα την καταβολή του τιμήματος. Η σύμβαση είχε καταρτισθεί στην Αθήνα, ενώ το τίμημα είχε συμφωνηθεί να καταβληθεί στη Θεσσαλονίκη. Ο Β με τις προτάσεις του που κατατέθησαν 20 ημέρες πριν από τη δικάσιμο της πρώτης αγωγής, του Α κατά του Β, αντέτεινε ότι η σύμβαση πωλήσεως δεν ήταν εικονική, ενώ κατά τη συζήτηση της αγωγής ισχυρίσθηκε ότι εν πάση περιπτώσει, ο Α ασκεί καταχρηστικά το δικαίωμά του. Κατά τη συζήτηση της δεύτερης αγωγής του Β κατά του Α, ο Α ισχυρίσθηκε:
α) ότι το Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης είναι κατά τόπον αναρμόδιο και
β) ότι υπάρχει εκκρεμοδικία από την άσκηση της πρώτης αγωγής

Ερωτάται:

α) Ποιος διάδικος φέρει το βάρος αποδείξεως του ισχυρισμού περί εικονικότητας;

β) Παραδεκτά προτείνεται ο ισχυρισμός του Β για την καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος του Α;

γ) Είναι βάσιμος ο ισχυρισμός του Α για την κατά τόπον αναρμοδιότητα του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης;

δ) Είναι βάσιμος ο ισχυρισμός του Α για την ύπαρξη εκκρεμοδικίας;

ΘΕΜΑ 3ο

Ο Α διατηρεί απαίτηση κατά του Β και εξουσιοδότησε την εταιρεία Γ να εισπράξει για λογαριασμό του την απαίτηση. Η Γ ζήτησε εξωδίκως από τον Β την καταβολή του ποσού, όμως αυτός αρνήθηκε με την αιτιολογία ότι πρόκειται για αθέμιτους τόκους (180 ΑΚ) από δάνειο το οποίο έχει εξοφλήσει κανονικώς συμπεριλαμβανομένων των νομίμων τόκων. Κατόπιν τούτου, η Γ εγείρει στο όνομά της αγωγή στο αρμόδιο δικαστήριο κατά του Β με αίτημα την καταβολή σ' αυτήν του οφειλόμενου ποσού. Ο Β αντέκρουσε την αγωγή με την προβολή του ίδιου ισχυρισμού. Μετά τη διεξαγωγή αποδείξεων το δικαστήριο θεωρεί πράγματι ότι η απαίτηση που ασκήθηκε με την αγωγή ενσαρκώνει αθέμιτους τόκους, προβληματίζεται όμως ως προς το παραδεκτό της αγωγής. Κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η συμφωνία για το δάνειο είχε επιτόκιο τριπλάσιο του νομίμου. Τελικώς εξέδωσε απόφαση με την οποία άφησε ρητά ανεξέταστο το θέμα του παραδεκτού της αγωγής ενόψει και της μη προβολής σχετικού ισχυρισμού από τον εναγόμενο και την απέρριψε ως μη νόμιμη με την αιτιολογία της αντιθέσεως της συμβάσεως στα χρηστά ήθη.

Ερωτάται:

α) Ορθώς άφησε ανεξέταστο το θέμα του παραδεκτού της αγωγής το δικαστήριο;

β) Ποια προϋπόθεση του παραδεκτού της αγωγής προβλημάτισε το δικαστήριο;

γ) Τι διαφέρει η τυχόν απόρριψη της αγωγής ως απαράδεκτης ή ως νομικά ή ουσιαστικά αβάσιμης; (αναλύστε σύντομα τις έννοιες του παραδεκτού, της νομικής και ουσιαστικής βασιμότητας της αγωγής)

δ) Η διαπίστωση του δικαστηρίου για τον αθέμιτο χαρακτήρα των τόκων ενόψει του ύψους αυτών δημιουργεί δεδικασμένο ή άλλου είδους επιρροή στο πλαίσιο άλλης δίκης στην οποία θα μπορούσε να τεθεί το ίδιο θέμα μεταξύ των ιδίων διαδίκων;

(από τα τρία θέματα να απαντηθούν τα δύο)

-------------------------------------------------------------------------------------------------

Ιούλιος 2011, Β' Σειρά (Ορφανίδης, Πολυζωγόπουλος, Τσικρικάς)

Θέμα 1ο

Ο Κ άσκησε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας την 21-04-2009 αγωγή κατά του Ψ και ζήτησε να αναγνωρισθεί η κυριότητά του επί δύο ακινήτων, ενός στη Χαλκίδα και ενός στη Θήβα, που είχε αγοράσει από τον Π με το υπ' αριθμ. 2000/2005 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Χαλκίδος Σ και την απόδοση των ακινήτων σ' αυτόν (Κ). Ένα μήνα πριν από τη δικάσιμο παρενέβη στη δίκη ο Π με αυτοτελές δικόγραφο, που κοινοποίησε στους αρχικούς διαδίκους, με το οποίο ισχυρίσθηκε ότι κύριος των ακινήτων είναι ο Α, αφού ο Α τα είχε αγοράσει από αυτόν, που τα είχε κληρονομήσει από τον πατέρα του. Δέκα πέντε ημέρες πριν από τη συζήτηση παρενέβη με όμοιο τρόπο στη δίκη ο Δ υποστηρίζοντας ότι κύριος είναι ο Ψ και αυτός (ο Δ) ήταν ειδικός διάδοχός του, αφού είχε αγοράσει απ' αυτόν τα δύο ακίνητα μετά την έναρξη της δίκης.
Κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο εμφανίσθηκε εκτός των όλωνα ανωτέρω και ο Ξ, ο οποίος δήλωσε προφορικά ότι αυτός είναι ο αληθής κύριος του ακινήτου στη Χαλκίδα, που το απέκτησε με έκτακτη χρησικτησία και ζήτησε να αναγνωρισθεί η κυριότητά του και να αποδοθεί το συγκεκριμένο ακίνητο σ' αυτόν.

Ερωτάται:

1. Είναι κατά τόπο αρμόδιο το Πολυμελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας;
2. Τι είδους παρέμβαση ασκούν ο Π, ο Δ και ο Ξ; Ασκούνται οι παρεμβάσεις παραδεκτά; Τι δικαιώματα αποκτούν οι παρεμβαίνοντες στη συγκεκριμένη δίκη;
3. Πώς θα κατανείμει το δικαστήριο τη δικαστική δαπάνη σε περίπτωση ευδοκίμησης της αγωγής του Κ; (ως προς όλους τους συμμετέχοντες στη δίκη)

Θέμα 2ο

Ο Α κατήγγειλε τις συμβάσεις παροχής επενδυτικών συμβουλών που είχε καταρτίσει με τους Β και Γ λόγω υβριστικής συμπεριφοράς τους προς το πρόσωπό του. Η υβριστική συμπεριφορά αποτελούσε κατά την άποψή του σπουδαίο λόγο καταγγελίας των συμβάσεων. Οι Β και Γ θεωρούν την καταγγελίας άκυρη αρνούμενοι ότι επέδειξαν τη συμπεριφορά που τους καταλογίζεται. Άσκησαν προς τούτο αγωγή, η οποία όμως απερρίφθη τελεσιδίκως για ουσιαστικούς λόγους. Το δικαστήριο διαπίστωσε την υβριστική συμπεριφορά. Στη συνέχεια ο Α άσκησε αγωγή για χρηματική ικανοποίηση κατά των Β και Γ λόγω προσβολής της προσωπικότητάς του (ΑΚ 57). Ο Α επανέλαβε στην αγωγή τους ίδιους πραγματικούς ισχυρισμούς. Οι Β και Γ αμφισβήτησαν εκ νέου την επίδειξη εκ μέρους τους υβριστικής συμπεριφοράς. Ο Α αντέταξε ότι υπάρχει προς τούτο δεδικασμένο από την απόφαση για την καταγγελία της συμβάσεως. Το δικαστήριο δέχθηκε την ύπαρξη δεδικασμένου και καταδίκασε τους Β και Γ στην καταβολή του ποσού των 30.000 ευρώ τον καθένα. Στην απόφαση αναφέρεται ότι η υβριστική συμπεριφορά κατά 80% αφορούσε τον Β. Ο Γ κατέβαλε το ποσό των 30.000 ευρώ και κατόπιν τούτου στράφηκε αναγωγικώς κατά του Β αξιώνοντας το 80% του καταβληθέντος ποσού. Ασκεί προς τούτο αγωγή κατά του Β.

Ερωτάται:

. Αποφάνθηκε ορθώς το δεύτερο δικαστήριο διαπιστώνοντας την ύπαρξη δεδικασμένου;
. Πώς χαρακτηρίζετε από πλευράς συστημικής κατατάξεως την πρώτη απόφαση του δικαστηρίου σε σχέση με την καταγγελία;
1γ. Πώς χαρακτηρίζετε τη σχέση των Β και Γ μεταξύ τους στη δεύτερη δίκη για τη χρηματική ικανοποίηση;
1δ. Υποχρεούται το δικαστήριο της αναγωγής να δεχθεί τη διαπίστωση ότι η υβριστική συμπεριφορά αφορούσε κατά 80% τον Β και να τον καταδικάσει (τον Β) στην καταβολή του 80% του ποσού που κατέβαλε ο Γ στον Α;
2. (θεωρητικό ερώτημα) Τι σημαίνει η κρίση "η αγωγή είναι νόμω αβάσιμη"; Να δοθεί σύντομη και ουσιαστική απάντηση.

Θέμα 3ο

Ο Α άσκησε αγωγή κατά του Β με αίτημα να καταδικασθεί να του καταβάλει ως αποζημίωση για θετική ζημία και διαφυγόντα κέρδη το ποσό των 30.000 ευρώ από αδικοπραξία και συγκεκριμένα από τροχαίο ατύχημα. Ο Β με τις προτάσεις του δεν αμφισβήτησε τα γεγονότα που ισχυρίζεται ο ενάγων. Το δικαστήριο προβληματίζεται γιατί θεωρεί την αγωγή αόριστη. Τελικώς εκδίδει απόφαση με την οποία απορρίπτει την αγωγή ως αόριστη αναφέροντας τους λόγους της αοριστίας. Ο Α επιθυμεί να θεραπεύσει την αοριστία στο πλαίσιο της "ίδιας δίκης" με άσκηση εφέσεως, όπως και πράττει. Κατά τη συζήτηση της εφέσεως δεν παρίσταται ο εφεσίβλητος-εναγόμενος Β. Σε ερώτηση του δικαστηρίου για την απουσία του Β ο Α απάντησε ότι επέδωσε εμπροθέσμως με δικαστικό επιμελητή στον Β αντίγραφο της εφέσεως με κλήση για συζήτηση. Η επίδοση έγινε στην κατοικία του Β (άρθρο 128). Επίσης, του απέστειλε εμπροθέσμως με ιδιωτικό ταχυδρομείο αντίγραφο της εφέσεως με κλήση για συζήτηση. Προσκόμισε προς τούτο την έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή και αντίγραφο ειδοποιητηρίου του ιδιωτικού ταχυδρομείου.

Ερωτάται:

1α. Ορθώς απέρριψε το δικαστήριο την αγωγή ως αόριστη ενόψει της συγκεκριμένης τοποθετήσεως του Β στην αγωγή;
1β. Μπορεί να θεραπευθεί η αοριστία της αγωγής με την έφεση;
. Ποια είναι η αποδεικτική αξία της εκθέσεως επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή σχετικά με τα γεγονότα της μεταβάσεως του δικαστικού επιμελητή στην κατοικία του Β και την αναφορά ότι το οίκημα στο οποίο έγινε η επίδοση ήταν η κατοικία του Β;
. Είναι νόμιμη η επίδοση με ιδιωτικό ταχυδρομείο;
1ε. Αν υποτεθεί ότι και το Εφετείο απορρίπτει την αγωγή ως αόριστη, τι μπορεί να πράξει ο Α;
2. (θεωρητικό ερώτημα) Ποιοι σκοποί εξυπηρετούνται με το θεσμό της υποχρεωτικής σύμπραξης δικηγόρου που προβλέπει ο ΚΠολΔ; Να υπάρξει σύντομη και ουσιαστική αναφορά.

Θέμα 4ο

Ο Α, κάτοικος Πάτρας, ασκεί αγωγή κατά του Β, κατοίκου Αθηνών, με αίτημα την καταδίκη του σε αποζημίωση, η οποία περιλαμβάνει αποκατάσταση αφενός περιουσιακών ζημιών, ύψους 40.000 ευρώ και αφετέρου ηθικής βλάβης, ύψους 60.000 ευρώ, λόγω τροχαίου ατυχήματος που συνέβη στην Κόρινθο. Η αγωγή ασκείται στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πάτρας. Περαιτέρω ο Β προσεπικαλεί στην εκκρεμή δίκη την ασφαλιστική εταιρεία Ε, η οποία καλύπτει την αστική ευθύνη του. Ακολούθως, ο Β ασκεί αγωγή κατά της Ε με αίτημα την αναγνώριση της υποχρεώσεως της τελευταίας να του καταβάλει όποιο ποσό θα καταδικασθεί αυτός να καταβάλει στον Α.
Ο Β παρίσταται νομίμως κατά τη δικάσιμο και προς αντίκρουση της αγωγής του Α ισχυρίζεται αφενός ότι δεν τον βαρύνει καμία υπαιτιότητα και αφετέρου ότι αποκλειστικά υπαίτιος για το ατύχημα είναι ο Α.

Ερωτάται:

1. Είναι το δικαστήριο καθ' ύλην και κατά τόπον αρμόδιο προς εκδίκαση της αγωγής του Α;
2. Ποια είναι η δικονομική θέση της Ε; Με ποιον τρόπο μπορεί να συμμετάσχει στην εκκρεμή δίκη μεταξύ των Α και Β;
3. Ποιος φέρει το βάρος αποδείξεως των ισχυρισμών του Β προς αντίκρουση της αγωγής του Α;
4. Θα εκδικασθεί η αγωγή του Β κατά της Ε;

Από τα 4 θέματα θα πρέπει να απαντηθούν τα 2.

-------------------------------------------------------------------------------------------------

Ιούλιος 2012 (Κλιμάκιο Σ. Πανταζόπουλου/ Φ. Τριανταφύλλου):

Θέμα Πρώτο:

Ο Α άσκησε αγωγή στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και ζήτησε να υποχρεωθεί ο Β να του καταβάλει το ποσό των 100.000€ που οφείλει από έγγραφη σύμβαση παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών. Την ημέρα της δικασίμου ο Α ισχυρίστηκε ότι η σύμβαση που έχει συνάψει με τον Β είναι σύμβαση έργου, ενώ ο Β με τις νομίμως κατατεθειμένες προτάσεις του ισχυρίστηκε ότι α) με τον Α είχε συνάψει  σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, β) είχε συμφωνήσει άφεση χρέους με τον ενάγοντα Α, ενώ με την προσθήκη στις προτάσεις ισχυρίστηκε γ) ότι η απαίτηση του Α είχε παραγραφεί και εν πάση περιπτώσει ότι η αγωγή ασκείται καταχρηστικά διότι έχει παρέλθει αρκετό χρονικό διάστημα πέραν των οκτώ ετών από τότε που η απαίτηση του κατέστη απαιτητή και δικαστικώς επιδιώξιμη. Με την προσθήκη στις προτάσεις του ο Α ισχυρίστηκε ότι η σύμβαση άφεσης χρέους είναι άκυρη κατ’ άρθρο 179 ΑΚ διότι ο Β εκμεταλλεύθηκε την απειρία του Α παραθέτοντας σχετικά πραγματικά περιστατικά.

Ερωτάται:

α) Πώς χαρακτηρίζονται δικονομικώς οι ως άνω ισχυρισμοί των διαδίκων και ποιος φέρει το βάρος της απόδειξης;

β) Τι θα αποφασίσει το δικαστήριο ως προς το παραδεκτό της προβολής τους;

γ) Μπορεί να αποδειχθεί με μάρτυρα του εναγομένου ο ισχυρισμός του ότι είχε συνάψει με τον ενάγοντα σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου;

δ) Αν ερημοδικούσε ο εναγόμενος Β και το δικαστήριο διαπίστωνε ότι η αγωγή του Α δεν περιείχε τα απαιτούμενα στοιχεία του άρθρου 216 ΚΠολΔ, τι θα αποφάσιζε ως προς αυτήν;

Θέμα Δεύτερο:

Ο Α ασκεί κατά των Β και Γ αγωγή στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών με αίτημα τη διανομή ενός από τα κληρονομιαία ακίνητα, το οποίο ευρίσκεται στην Πάτρα, αξίας 300.000€, ισχυριζόμενος ότι ο ίδιος, οι εναγόμενοι Β και Γ καθώς και ο Δ, κατά του οποίου δεν άσκησε την αγωγή, είναι συγκύριοι του ανωτέρω ακινήτου, ως κληρονόμοι του πατέρα τους Π, ο οποίος κατά το χρόνο του θανάτου του κατοικούσε στην Αθήνα. Οι Β και Γ καταθέτουν εμπρόθεσμα προτάσεις. Ο Β ισχυρίζεται ότι ο Π τον εγκατέστησε με διαθήκη μοναδικό κληρονόμο, ενώ ο Γ προβάλλει τον ισχυρισμό ότι πλέον είναι ο μοναδικός κύριος, αφού στο μεταξύ απέκτησε κυριότητα με έκτακτη χρησικτησία σε ολόκληρο το ακίνητο.

Ερωτάται:

α) Είναι το δικαστήριο καθ’ ύλη και κατά τόπο αρμόδιο;

β) Ασκείται παραδεκτά η αγωγή διανομής; Αν όχι, πώς είναι δυνατόν να θεραπευτεί το ελάττωμά της;

γ) Πώς χαρακτηρίζονται δικονομικά οι ισχυρισμοί των Β και Γ και ποιος φέρει το βάρος απόδειξής τους;

δ) Μπορεί ο Α με την προσθήκη στις προτάσεις να ισχυριστεί ότι η διαθήκη του Π είναι άκυρη λόγω έλλειψης συνείδησης των πραττομένων;

Θέμα Τρίτο:

Με σύμβαση έργου που κατήρτισαν στην Αθήνα οι εταιρείες ΜΕΚ ΑΕ, με έδρα την Καβάλα, και ΛΕΒΗ ΑΕ, με έδρα την Ξάνθη, η πρώτη ανέλαβε να κατασκευάσει για ένα εργοστάσιο της δεύτερης στην Κόρινθο τρία μεταλλικά κτίρια αντί συνολικής αμοιβής των 260.000€. Μετά την έγκαιρη παράδοση του έργου η ΜΕΚΑ ΑΕ ισχυριζόμενη ότι η ΛΕΒΗ ΑΕ έχει καταβάλει μόνον 150.000 ευρώ έναντι του ποσού της αμοιβής, ασκεί αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με αίτημα να καταδικαστεί να της καταβάλει το υπόλοιπο της αμοιβής δηλ. 110.000€. Η εναγόμενη ισχυρίζεται με τις προτάσεις της α) ότι το δικαστήριο είναι καθ’ ύλην αναρμόδιο καθόσον με βάση την αξία του αντικειμένου της σύμβασης, η οποία ανέρχεται στα 260.000€ αρμόδιο είναι το Πολυμελές Πρωτοδικείο, β) ότι το δικαστήριο είναι κατά τόπον αναρμόδιο, διότι η έδρα ης είναι στην Ξάνθη και ως εκ τούτου αρμόδιο είναι το Πολυμελές Πρωτοδικείο της Ξάνθης, γ) ότι η ίδια έχει καταβάλει ήδη στην ενάγουσα συνολικά το ποσό των 260.000€ και άρα έχει εξοφλήσει την επίδικη απαίτηση. Η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι η εναγόμενη της έχει καταβάλει 260.000€, όμως από αυτά ένα μέρος ανερχόμενο στα 150.000€ αφορούσαν άλλα κτήρια που η ίδια είχε κατασκευάσει για εκείνη και συγκεκριμένα στην Ελευσίνα. Με την προσθήκη δε στις προτάσεις η ενάγουσα ζήτησε να αναγνωριστεί ότι η εναγόμενη της οφείλει το ποσό των 110.000€.

Ερωτάται:

α) Τι θα αποφασίσει το δικαστήριο για την καθ’ ύλη και κατά τόπο αρμοδιότητα του;

β) Πώς χαρακτηρίζεται δικονομικώς ο τρίτος ισχυρισμός της εναγομένης και ο σχετικός προς αυτόν ισχυρισμός της ενάγουσας και ποια φέρει το βάρος απόδειξής τους;

γ) Τι θα αποφασίσει το δικαστήριο για το αναγνωριστικό αίτημα της αγωγής της ενάγουσας με την προσθήκη στις προτάσεις;

Από τα τρία θέματα να απαντηθούν τα δύο.


Ενδεικτικές Απαντήσεις από τους Διδάσκοντες (Βασικές Πτυχές):


Θέμα 1ο

  1. Ο πρώτος ισχυρισμός του Β είναι αιτιολογημένη άρνηση, βάρος απόδειξης ο ενάγων. Ο δεύτερος ισχυρισμός είναι ένσταση, 262 ΚΠολΔ, 454 ΑΚ, βάρος απόδειξης ο Β. Οι τρίτος και τέταρτος ισχυρισμοί είναι ενστάσεις, βάρος απόδειξης ο Β, επιπλέον ο περί καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος δεν είναι νόμιμος 281 ΑΚ. Ο ισχυρισμός του Α περί ακυρότητας της σύμβασης άφεσης χρέους είναι αντένσταση 179 ΑΚ, 262, βάρος απόδειξης ο Α.
  2. Ο ισχυρισμός του Α απαράδεκτη μεταβολή της βάσης της αγωγής (224 ΚΠολΔ). Οι ισχυρισμοί του Β που προτείνονται με τις προτάσεις καθώς και ο ισχυρισμός του Α που προτείνεται με την προσθήκη είναι παραδεκτοί (άρθρο 238 ΚΠολΔ). Αντίθετα, οι ισχυρισμοί του Β που προτείνονται με την προσθήκη στις προτάσεις είναι απαράδεκτοι (άρθρα 238, 269 ΚΠολΔ).
  3. Δεν μπορεί να εξεταστεί μάρτυς κατά του περιεχομένου εγγράφου (άρθρο 393 παρ. 2 ΚΠολΔ).
  4. Το Δικαστήριο θα απέρριπτε την αγωγή ως απαράδεκτη (άρθρο 271 ΚΠολΔ), εφόσον εξετάζει αυτεπαγγέλτως την αοριστία της.

Θέμα 2ο

  1. Το δικαστήριο είναι καθ΄ύλην αρμόδιο, διότι σύμφωνα με το άρθρο 11 αριθ. 5  η αξία του αντικειμένου της διαφοράς προσδιορίζεται από την αξία του διανεμητέου αντικειμένου και όχι από την αξία της μερίδας ενός εκάστου των κοινωνών. Όπως έχει γίνει δεκτό από τη νομολογία η αποκλειστική δωσιδικία της κληρονομίας υπερισχύει αυτής του ακινήτου, μόνο όταν το ακίνητο είναι το μοναδικό κληρονομιαίο στοιχείο. Εδώ η αγωγή διανομής αφορά ένα από τα κληρονομιαία στοιχεία της περιουσίας του θανόντος, με συνέπεια το ΠολΠρΑθ να μην είναι κατά τόπο αρμόδιο, εφόσον ισχύει εδώ η δωσιδικία του ακινήτου (29 ΚΠολΔ).
  2. Η αγωγή είναι απαράδεκτη (άρθρο 478 ΚΠολΔ, κοινή παθητική νομιμοποίηση, άρθρο 76 ΚΠολΔ). Το απαράδεκτο μπορεί να θεραπευθεί είτε με άσκηση προσεπίκλησης αναγκαίου ομοδίκου (άρθρα 86, 76 ΚΠολΔ), είτε προσεπίκληση με διαταγή του δικαστηρίου (άρθρο 90 ΚΠολΔ).
  3. Ο Β προβάλλει άρνηση (άρθρο 261 ΚΠολΔ) και ο Γ ένσταση (άρθρο 262 ΚΠολΔ). Βάρος απόδειξης στην πρώτη περίπτωση ο ενάγων Α και στη δεύτερη περίπτωση ο Γ.
  4. Ναι, διότι αντικρούει τον ισχυρισμό του Β, ο οποίος προβλήθηκε με τις προτάσεις (άρθρο 237 παρ. 3 εδ. τελ. ΚΠολΔ).

Θέμα 3ο

  1. Το ΜΠρΑθ είναι καθύλην αρμόδιο. Αξία του αντικειμένου της διαφοράς βάσει αιτήματος της αγωγής (9 ΚΠολΔ), 110.000 ευρώ. Αρμόδιο κατ’ άρθρο 14 παρ. 2 ΚΠολΔ. Το ΜΠρΑθηνών είναι κατά τόπο αρμόδιο λόγω της συντρέχουσας δωσιδικίας (άρθρο 33 ΚΠολΔ).
  2. Ο ισχυρισμός της εναγομένης για εξόφληση με καταβολή είναι ένσταση (416 ΑΚ, 262 ΚΠολΔ). Βάρος απόδειξης έχει η εναγόμενη (άρθρο 338 ΚΠολΔ). Ο ισχυρισμός της ενάγουσας για την ύπαρξη και άλλου χρέους χαρακτηρίζεται ως αντένσταση και το βάρος της απόδειξης στην ενάγουσα.
  3. Δεν είναι παραδεκτή με την προσθήκη στις προτάσεις η μετατροπή του καταψηφιστικού αιτήματος σε αναγνωριστικό, που μπορεί να γίνει μόνο με δήλωση προφορική που καταχωρίζεται στα πρακτικά συνεδρίασης του δικαστηρίου ή με επίδοση δικογράφου στον αντίδικο (άρθρα 295 παρ. 2 εδ. β’, 297 ΚΠολΔ).
---------------------------------------------------------------------------------------------------------

Ιούλιος 2012 (Κλιμάκιο Ορφανίδη/Τσικρικά)

Θέμα 1:

Οι Α, Β, Γ και Δ φέρονται συγκύριοι ενός ακινήτου στην Κόρινθο αξίας 300.000 ευρώ, το οποίο απέκτησαν, μαζί με άλλα περιουσιακά στοιχεία, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του πατέρα τους Π, κατοίκου Βόλου κατά το χρόνο του θανάτου του. Ο ασκεί κατά των Β και αγωγή στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Βόλου με αίτημα τη διανομή του ακινήτου. Κατά τη συζήτηση της αγωγής οι Β και Γ καταθέτουν εμπρόθεσμα προτάσεις. Ο Β ισχυρίζεται ότι ο Π συνέταξε διαθήκη, με την οποία τον εγκατέστησε μοναδικό κληρονόμο, με συνέπεια να είναι ο μόνος κύριος του ακινήτου. Ο Γ ισχυρίζεται ότι αυτός είναι ο μόνος κύριος του ακινήτου, αφού μετά το θάνατο του Π απέκτησε κυριότητα με έκτακτη χρησικτησία σε ολόκληρο το ακίνητο.

Ερωτάται

α) Είναι το δικαστήρο κατά τόπον και καθ' ύλην αρμόδιο προς εκδίκαση της αγωγής;

β) Ασκείται παραδεκτά η αγωγή της διανομής; Εάν όχι, πως έιναι δυνατό να θεραπευθεί το ελάττωμα της;

γ) Ποιος φέρει το βάρος απόδειξεως των ισχυρισμών των Β και Γ;

δ) Μπορεί ο Α με την προσθήκη-αντίκρουση επί των προτάσεων να ισχυρισθεί ότι η διαθήκη του Π έιναι άκυρη λόγω ελλείψεως συνειδήσεων των πραττομένων;

Θέμα 2:

Ο Α απασχολείται στην ανώνυμη εταιρεία Β ως λογιστής. Πιστεύοντας ότι ο νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας που ήταν ο Γ προέβη σε μειωτικό για την τιμιότητα του ισχυρισμού κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας που είχε καταρτίσει με την Β. Άσκησε μάλιστα αγωγή κατά των Β και Γ με αίτημα να αναγνωρισθεί η αναλήθεια του ισχυρισμού του Γ. Με τις προτάσεις τους και κατά τη συζήτηση της αγωγής οι Β και Γ για δικούς τους λόγους δεν θέλησαν να τοποθετηθούν επί του θέματος αν ο Γ πράγματι προέβη στον μειωτικό ισχυρισμό. Το δικαστήριο θεώρησε με βάση τη δικονομική συμπεριφορά των Β και Γ τον ισχυρισμό ομολογημένο (261, 352 ΚΠολΔ), όμως ο Α επέμεινε να εξτάσει μάρτυρες προκειμένου να λάμψει η αλήθεια.

Τελικά το δικαστήριο δεν εξέτασε μάρτυρες, έκρινε ότι η αγωγή, κατ' ορθότερη εκτίμηση του περιεχομένου της, είχε ως αντικείμενο την αναγνώριση της εγκυρότητας της καταγγελίας λόγω του μειωτικού ισχυρισμού του Γ και έκανε δεκτή την αγωγή. Μετά τν τελεσιδικία ο Α ασκεί νέα αγωγή κατά των Β και Γ και ζητά χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης (άρθρο 57 επομ. ΑΚ). Οι Β και Γ αρνούνται εντόνως ότι ο Γ διατύπωσε το μειωτικό ισχυρισμό με επίκληση και προσκόμιση αποδείξεων. Το Δικαστήριο απορρίπτη την αγωγή ως αναπόδεικτη. Ο Α θεωρεί την απόφαση εσφαλμένη. Κατα τη γνώμη του το Δικαστήριο της δεύτερης αγωγής δεσμεύεται από το αποτέλεσμα της πρώτης δίκης.

Ερωτάται

α) Ορθώς το πρώτο Δικαστήριο (της δίκης για την καταγγελία) δεν εξέτασε μάρτυρες;

β) Είχε λόγο το πρώτο Δικαστήριο (της δίκης για την καταγγελία) να ερμηνεύει κατά τον παραπάνω τρόπο το περιεχόμενο της πρώτης αγωγής;

γ) Έκρινε ορθά το δεύτερο Δικαστήριο (της δίκης για τη χρηματική ικανοποίηση), είναι δηλαδή ορθή η θέση του Α για δέσμευση του δεύτερου Δικαστηρίου από το αποτέλεσμα της πρώτης δίκης;

δ) Οι Β και Γ πώς συνδέονται δικονομικά στο πλαίσιο της δεύτερης δίκης (για την χρηματική ικανοποίηση)

Θέμα 3:

Ο Α άσκησε αγωγή κατά δύο εταιρειών παροχής επενδυτικών συμβουλών, Β και Γ, με αίτημα την καταβολή αποζημιώσεως λόγω ζημίας που υπέστη από προφανώς εσφαλμένες επενδυτικές συμβουλές. Η αγωγή επιδόθηκε κανονικά στο νόμιμο εκπρόσωπο της Β. Αντίθετα τα γραφεία της Γ ανευρέθηκαν κλειστά κατά την επίσκεψη προς επίδοση του δικαστικού επιμελητή. Κατόπιν τούτου ο δικαστικός επιμελητής προέβη απλώς σε θυροκόλληση του αντιγράφου (με τοποθέτηση σε ενσφράγιστο φάκελο) της αγωγής που έιχε και τον προσδιοριμό της δικασίμου και της κλήσεως προς συζήτηση. Κατά τη συζήτηση δεν παρέστη η Γ. Παρέστη η που θεωρεί άκυρη την αγωγή, γιατί σ' αυτή αναφέρεται εσφαλμένως ο εταιρικός της τύπος (118 ΚΠολδ). Αντι ανώνυμη εταιρεία (ΑΕ) που ήταν την ανέφερε ως εταιρεία περιορισμένης ευθύνης (ΕΠΕ). Ο Α ζήτησε την αποδοχή της αγωγής του. Στη δίκη υπέρ της Β άσκησε πρόσθετη παρέμβαση η ασφαλιστική εταιρεία Δ στην οποία η Β είχε ασφαλισθεί για αστική ευθύνη. Ο Α ζήτησε την απόρριψη της προσθέτου παρεμβάσεως λόγω ελλείψεως εννόμου συμφέροντος.

Το Δικαστήριο α) θεώρησε παραδεκτή την πρόσθετη παρέμβαση, β) δέχθηκε ότι δεν θα πρέπει να κηρύξει ακυρότητα για τον εσφαλμένο χαρακτηρισμό του εταιρικού τύπυ, γ)κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση ως προς τη Γ και δ) δέχθηκε την αγωγή κατ' ουσίαν ως προς τη Β, επιβάλλοντας τα δικαστικά έξοδα στον Α. Ο Α επιθυμεί να προσβάλει με έφεση την απόφαση ως προς την Γ.

Ερωτάται

1) Ορθά έκρινε το Δικαστήριο τα θέματα υπό α, β και γ;

2) Ορθώς κατένειμε τη δικαστική δαπάνη; Ποιες αρχές διέπουν τη κατανομή της δικαστικής δαπάνης;

3) Υπόκειται σε έφεση η απόφαση ως προς την Γ;

Από τα 3 θέματα ν' αναπτυχθούν τα 2.


Ενδεικτικές Απαντήσεις από τους Διδάσκοντες (Βασικές Πτυχές):


Θέμα 1ο

α) Ασκείται αγωγή διανομής ενός μεμονωμένου ακινήτου και όχι του συνόλου της κληρονομιαίας περιουσίας. Επομένως εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 29 και όχι του άρθρου 30 ΚΠολΔ. Το Πολυμελές Πρωτοδικείο Βόλου είναι κατά τόπον αναρμόδιο, δεδομένου ότι επί αποκλειστικής δωσιδικίας δεν χωρεί σιωπηρή παρέκταση (ΚΠολΔ  42 § 1).
Το Πολυμελές Πρωτοδικείο είναι καθ’ ύλην αρμόδιο  (ΚΠολΔ 11 αρ. 5, 14 αριθ. 2, 18).

β) Επί αγωγής διανομής κοινού πράγματος είναι επιβεβλημένη η εναγωγή όλων των συγκυρίων (άρθρο 478 ΚΠολΔ). Περίπτωση αναγκαίας ομοδικίας κατά άρθρο 76 § 1 περ. γ΄ ΚΠολΔ. Η αγωγή είναι απαράδεκτη εφόσον δεν έχει στραφεί και κατά του συγκυρίου Δ. Ωστόσο, η αγωγή καθίσταται παραδεκτή, εάν κάποιος από τους διαδίκους προεπικαλέσει κατά το άρθρο 86 ΚΠολΔ τον Δ.

γ) Ο Β επικαλείται τη σύνταξη διαθήκης από τον Π, δηλαδή επικαλείται τις περί διαθηκών διατάξεις (ΑΚ 1712 επ.). Επομένως προβάλλει ένσταση και φέρει το σχετικό βάρος αποδείξεως. Ο Γ επικαλείται τις διατάξεις περί έκτακτης χρησικτησίας (ΑΚ 1045). Επομένως και αυτός προβάλλει ένσταση και φέρει το αντίστοιχο βάρος αποδείξεως των ισχυρισμών του.

δ) Αφού ο Β προβάλλει με τις προτάσεις του ένσταση, παραδεκτώς ο Α προβάλλει με την προσθήκη-αντίκρουση επί των προτάσεών του (237 § 3 ΚΠολΔ) την αντένσταση της ακυρότητας της διαθήκης λόγω ελλείψεως συνειδήσεως των πραττομένων του Π (ΑΚ 131).

Θέμα 2ο

1. Ναι, ορθώς δεν εξέτασε μάρτυρες στο δικαστήριο γιατί δεν υπάρχει έννομο συμφέρον. Όταν υπάρχει ομολογία, το θέμα θεωρείται αποδεδειγμένο και παρέλκει η εξέταση της αληθείας ισχυρισμού με περαιτέρω αποδεικτικά μέσα.

2. Ναι, διότι αντικείμενο της αγωγής είναι μόνο έννομες σχέσεις. Η αναλήθεια του ισχυρισμού αποτελεί πραγματικό γεγονός, κάτι που δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο αγωγής. Το δικαστήριο ορθά ερμήνευσε το αίτημα της αγωγής δεχόμενο ότι πρόκειται για αναγνώριση της εγκυρότητας της καταγγελίας. Με τον τρόπο αυτό διέσωσε το κύρος του δικογράφου.

3. Το δικαστήριο έκρινε ορθά. Δεν υπάρχει δεδικασμένο για πραγματικά γεγονότα και επομένως δεν υπάρχει δέσμευση του μεταγενέστερου δικαστή από το αποτέλεσμα της πρώτης δίκης (άρθρ. 322).

4. Πρόκειται για περίπτωση απλής ομοδικίας. Κατά την ορθότερη γνώμη η ενοχή εις ολόκληρο στοιχειοθετεί περίπτωση απλής ομοδικίας.

Θέμα 3ο

Α. Η πρόσθετη παρέμβαση είναι παραδεκτή. Η Δ ως δικονομικός εγγυητής επηρεάζεται από τις αντανακλαστικές συνέπειες της τελεσιδίκου αποφάσεως (εγγυητική ευθύνη).

Β. Ορθώς δεν κήρυξε ακυρότητα για την εσφαλμένο χαρακτηριστικό του εταιρικού τύπου. Δεν αμφισβητείται ότι τα στοιχεία του άρθρ. 118 ΚΠολΔ είναι προσδιοριστικά της ταυτότητας των διαδίκων με μόνη εξαίρεση την υπογραφή που έχει συστατικό χαρακτήρα.  Όμως και το τμήμα εκείνο που δέχεται ακυρότητα, συναρτά αυτήν με στοιχείο βλάβης που προφανώς δεν υπάρχει εν προκειμένω  (άρθρ. 159 αρ. 3).

Γ. Ορθώς κήρυξε το δικαστήριο απαράδεκτη τη συζήτηση διότι δεν υπάρχει νόμιμη κλήτευση. Η επίδοση ήταν ανυπόστατη γιατί έγινε μόνο το πρώτο σκέλος που ήταν η θυροκόλληση και δεν ακολούθησαν τα επόμενα δυο που ήταν η παράδοση αντιγράφου της αγωγής στο αρμόδιο αστυνομικό τμήμα και η ταχυδρομική αποστολή εγγράφου ειδοποιήσεως για την θυροκόλληση και για την παράδοση στο αστυνομικό τμήμα (128 παρ. 4 σε συνδ. με άρθρ. 129).

Δ. Όχι δεν έκρινε ορθώς ως προς τη δικαστική δαπάνη. Η κατανομή των δικαστικών εξόδων γίνεται με βάση τις αρχές της ήττας (176) της υπαιτιότητας (177, 185), της προκλήσεως (184) ή της επιεικείας (179). 

Ε. Η απόφαση είναι μη οριστική και ως τέτοια δεν μπορεί να προσβληθεί με έφεση. Οι οριστικές αποφάσεις προσβάλλονται με ένδικα μέσα ενώ οι μη οριστικές ανακαλούνται και δεν προσβάλλονται με ένδικα μέσα.
---------------------------------------------------------------------------------------------------------

Ιούνιος 2014 - Κλιμάκιο Α' (Ορφανίδης - Πανταζόπουλος - Σινανίδης)

Θέμα 1ο 

Ο Α άσκησε το έτος 2010 αγωγή ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά της ομόρρυθμης εταιρείας Β και ζήτησε να υποχρεωθεί να του καταβάλει το ποσό των 240.000 ευρώ ως τίμημα πώλησης ηλεκτρονικού υπολογιστή καθώς και το ποσό των 100.000 ευρώ ως αμοιβή έργου. Με τις εμπροθέσμως κατατεθείσες προτάσεις ο Α τροποποίησε την αγωγή του. Ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγόμενη να του καταβάλει το ποσό των 170.000 ευρώ ως το τίμημα από την πώληση του ηλεκτρονικού υπολογιστή και το ποσό των 70.000 ευρώ ως προερχόμενο από σύμβαση ανεξαρτήτων υπηρεσιών. Με τις επίσης εμπροθέσμως κατατεθείσες προτάσεις της η Β ισχυρίσθηκε ότι το τίμημα για την πώληση του ηλεκτρονικού υπολογιστή πρέπει να μειωθεί κατά το ποσό των 20.000 ευρώ επειδή ο ηλεκτρονικός υπολογιστής παρουσίασε συγκεκριμένα πραγματικά ελαττώματα τα οποία η Β εξειδίκευσε στις προτάσεις της. Περαιτέρω, η Β με την προσθήκη - αντίκρουση στις κατατεθείσες προτάσεις της ισχυρίσθηκε ότι το δικαστήριο είναι πλέον καθ’ ύλη αναρμόδιο, μετά τον ως άνω περιορισμό του αιτήματος για την καταβολή του τιμήματος και πρέπει η αγωγή να παραπεμφθεί στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Από την πλευρά του ο Α με την προσθήκη - αντίκρουση στις κατατεθείσες προτάσεις του ισχυρίσθηκε όπ η αξίωση για τη μείωση του τιμήματος του ηλεκτρονικού υπολογιστή έχει ήδη παραγραφεί λόγω παρόδου της εξάμηνης προθεσμίας που προβλέπει ο νόμος. Ο ηλεκτρονικός υπολογιστής είχε παραδοθεί από το έτος 2005.  Το Δικαστήριο απέρριψε το αίτημα της καταβολής του τιμήματος πώλησης και δέχθηκε το αίτημα της καταβολής του ποσού των 70.000 ευρώ από τη σύμβαση των ανεξάρτητων υπηρεσιών. 

Ερωτάται

α) Ορθώς ασκήθηκε η αγωγή στο Πολυμελές Πρωτοδικείο εν όψει των αρχικώς αιτούμενων ποσών;

β) Τι θα αποφασίσει το δικαστήριο για τον ισχυρισμό της Β ως προς την καθ' ύλην αναρμοδιότητά του; 

γ) Πώς χαρακτηρίζονται οι ισχυρισμοί των Α και Β για τη μείωση του τιμήματος και την παραγραφή και ποιος φέρει το βάρος απόδειξής τους; 

δ) Είναι ορθή η απόφαση του δικαστηρίου για την καταβολή του ποσού των 70.000 ευρώ;

ε) Πως μπορεί να συμμετάσχει στη δίκη ο ομόρρυθμος εταίρος της εταιρείας Β;  


Θέμα 2ο

Ο Α εκμίσθωσε στον Β διαμέρισμα κυριότητάς του προκειμένου να το χρησιμοποιήσει ως κατοικία. Μετά από λίγους μήνες ο Α ασκεί στο αρμόδιο δικαστήριο αγωγή κατά του Β με αίτημα να καταδικασθεί να του αποδώσει το μίσθιο λόγω φθορών που προκάλεσε σ' αυτό. Ο Β αρνήθηκε την αγωγή. Υπέρ του Α πρόσθετη παρέμβαση άσκησε ο σύλλογος μικροϊδιοκτητών που αποτελεί νομικό πρόσωπο και έχει καταστατικό σκοπό την προστασία των συμφερόντων μικροϊδιοκτητών. Το δικαστήριο προβληματίσθηκε. αν ο Β λόγω του νεαρού της ηλικίας του είχε ικανότητα για δικαστική παράσταση, συγχρόνως όμως θεωρεί την αγωγή ως προφανώς ουσία αβάσιμη, καθότι δεν διαπίστωσε την ύπαρξη φθορών κατά την αποδεικτική διαδικασία. Τελικώς εκδίδει απόφαση με την οποία αφήνει ρητά ανεξέταστο το θέμα της ικανότητας για δικαστική παράσταση του Β και απορρίπτει ως ουσία αβάσιμες αγωγές και πρόσθετη παρέμβαση. Η απόφαση κατέστη τελεσίδικη. Παρά την εξέλιξη αυτή ο Α ασκεί νέα αγωγή κατά του Β με αίτημα να καταδικασθεί να του καταβάλει το ποσό των 20.000 ευρώ ως αποζημίωση για τις φθορές στο μίσθιο. Ο Β αντέταξε κατά τη συζήτηση της δεύτερης αγωγής την ύπαρξη δεδικασμένου για το θέμα των φθορών. 

Ερωτάται:
 
α) Παραδεκτώς άσκησε πρόσθετη παρέμβαση ο Σύλλογος Ιδιοκτητών;

β) Είναι ορθή η απόφαση του Δικαστηρίου;

γ) Είναι βάσιμος ο ισχυρισμός του Β για ύπαρξη δεδικασμένου;

δ) Αν υποτεθεί, ότι η πρώτη αγωγή απορριπτόταν ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας, θα μπορούσε να ανακληθεί ή να προσβληθεί με ένδικα μέσα.  

Θέμα 3ο

Ο ηλικίας 17 ετών Α ασκεί αγωγή αδικαιολογήτου πλουτισμού κατά του Β με αίτημα την καταβολή του ποσού των 1.000 ευρώ που αποτελούσε το τίμημα από την αγορά ηλεκτρικής κιθάρας. Στην αγωγή επικαλείται ότι οι γονείς του δεν είχαν συμφωνήσει στην κατάρτιση της συμβάσεως πωλήσεως και ως εκ τούτου αιτείται την επιστροφή του σχετικού ποσού επιστρέφοντας συγχρόνως την ηλεκτρική κιθάρα. Ο Β αμυνόμενος κατά της αγωγής ισχυρίζεται ότι δεν επιθυμεί να επικαλεσθεί την έλλειψη δικαστικής ικανότητας του Α.  

Ερωτάται:

α) Τι θα πράξει το Δικαστήριο; 

β) Η απάντηση θα ήταν διαφορετική αν ο Α είχε αγοράσει την κιθάρα με χρήματα που του είχαν δοθεί προς ελεύθερη διάθεση;

γ) Η απάντηση είναι διαφορετική στη βάση του ερωτήματος (α) αν οι γονείς εγκρίνουν την όλη διεξαγωγή της δίκης από τον Α; 

δ) Απέκτησε την ιδιότητα του ενάγοντος ο Α; 

ε) Η απάντηση είναι διαφορετική αν ο Α είναι αλλοδαπός και κατά το δίκιο της ιθαγένειας του έχει πλήρη δικαιοπρακτική ικανότητα;

Να απαντηθούν δύο από τα τρία θέματα.

--------------------------------------------------------------------------------------------------------

Ιούνιος 2014 - Κλιμάκιο Β΄ (Τσικρικάς - Τριανταφύλλου - Δεληκωστόπουλος - Κατηφόρης)

Θέμα 1ο

Το πιστωτικό ίδρυμα Π ενάγει την ετερρόρυθμη εταιρεία Ε για την καταβολή ποσού δανείου  100.000  ευρώ, το οποίο είχε καταστεί ληξιπρόθεσμο στις 31.1.2014. Η αγωγή κατατίθεται στο αρμόδιο δικαστήριο στις 2.3.2014 και επιδίδεται στο Π στις 30.5.2014. Στο μεταξύ ο ομόρρυθμος εταίρος της Ε, ο Ο ασκεί αγωγή κατά του Π με αίτημα την αναγνώριση της ανυπαρξίας οφειλής κατά της Ε. Η αγωγή κατατίθεται στο αρμόδιο δικαστήριο στις 5.4.2014 και επιδίδεται στο Π στις 25.4.2014. Κατά τη  συζήτηση της αγωγής του Π κατά της Ε το Π προσκομίζει νομίμως την έγγραφη σύμβαση του δανείου. Η Ε προς αντίκρουση της αγωγής, επικαλείται με τις εμπροθέσμως κατατεθείσες προτάσεις της ότι η οφειλή από το δάνειο δεν είχε καταστεί ληξιπρόθεσμη, διότι είχε συμφωνηθεί προφορικά ετήσια παράταση. Προς απόδειξη του ισχυρισμού της Ε καταθέτει ο μάρτυρας Μ.

Ερωτάται: 

α) Επηρεάζει η αγωγή του Π κατά της Ε την εκδίκαση της αγωγής του Ο κατά του Π,

β) Είναι παραδεκτή η κατάθεση του Μ; 

γ) Εάν έπειτα από την όσκηση της αγωγής του το Π εκχωρήσει την απαίτησή του στον Ρ, πώς επιδρά η εκχώρηση στην εξέλιξη της δίκης; 

δ) Εάν η αγωγή του Π απορριφθεί τελεσιδίκως ως νόμω αβάσιμη και στη συνέχεια ο εκδοχέας Ρ ασκήσει νέα αγωγή κατά του εγγυητή Σ προς καταβολή του εν λόγω ποσού, τί θα αποφασίσει επ'αυτής το δικαστήριο;

Θέμα 2ο 

Οι Α, Β. Γ και Δ είνάι συγκύριοι ενός ακινήτου αξίας 300 000 ευρώ, το οποίο βρίσκεται στο Αγρίνιο. Ο Α ασκεί αγωγή διανομής του ακινήτου στο Πολυμελές Πρωτοδίκείο Αθηνών.  Εναγόμενοι στην αγωγή είναι οι Β και Γ. Σύμφωνα με την αγωγή οι συγκύριοι απέκτησαν το ακίνητο, μαζί με άλλα περιουσιακά στοιχεία, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του πατέρα τους Π, κατοίκου Αθηνών κατά το χρόνο του θανάτου του. Ημερομηνία δικασίμου ορίστηκε η 10η Ιουνίου 2014. Με τις προτάσεις του ο Α ζήτησε, συμπληρωματικά, 50.000 ευρώ που του όφειλε από δάνειο ο Β. Αντίγραφο της  αγωγής επιδόθηκε κανονικά στον Β, ενώ λόγω της απουσίας του Γ από την κατοικία του κατά τον χρόνο της επιδόσεως ο δικαστικός επιμελητής εγχειρίζει αντίγραφο της αγωγής στον αδελφό του Γ τον Σ ο οποίος είχε έρθει να τον επισκεφθεί. Οι Α και Β παρίστανται κανονικά κατά τη δικάσιμο της αγωγής, ενώ ο Γ απουσιάζει. Το δικαστήριο κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της αγωγής.  

Ερωτάται

α) Είναι το δικαστήριο καθ' ύλην και κατά τόπον αρμόδιο προς εκδίκαση της αγωγής; 

β) Ασκείται παραδεκτώς η αγωγή; Εάν θεωρείτε ότι υπάρχει ζήτημα παραδεκτού, με ποιον τρόπο μπορεί να θεραπευθεί; 

γ) Τί θα αποφασίσει το δικαστήριο επί του συμπληρωματικού αιτήματος του Α; 

δ) Ορθώς κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της αγωγής;
  
Θέμα 3ο

Ο Α ασκεί ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών αγωγή κατά του Β με αίτημα την καταδίκη του στην καταβολή δύο ληξιπρόθεσμων οφειλών, ύψους 10 000 ευρώ από σύμβαση πωλήσεως και 17.000 ευρώ από σύμβαση δανείου αντιστοίχως. Κατά τη συζήτηση τής αγωγής ο Β με τις προτάσεις του περιορίζεται στην προβολή των εξής ισχυρισμών: (α) ισχυρίζεται ότι δεν είναι καθ’ ύλην αρμόδιο το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, (β) ομολόγησε ότι όφειλε στον ενάγοντα το ποσό των 10.000 ευρώ ως τίμημα πωλήσεως, ταυτόχρονα όμως ισχυρίσθηκε ότι είχε εξοφλήσει την απαίτηση αυτή με την καταβολή του οφειλόμενου ποσού, χωρίς ωστόσο να λάβει εξοφλητική απόδειξη από τον Α και (γ) αρνήθηκε τη σύναψη συμβάσεως δανείου με τον Α. αναφέροντας ότι «σιγά μην είχα ανάγκη τα χρήματα του Α». Με την προσθήκη-αντίκρουση επί των προτάσεων τους, ο μεν Α παραδέχθηκε ότι κατεβλήθη από τον Β ποσό 10.000 ευρώ, ισχυριζόμενος όμως ότι η καταβολή αφορούσε την εξόφληση άλλου ισόποσου, χρέους του Β προς αυτόν, ο δε Β ισχυρίσθηκε ότι η αξίωση του Α από τη σύμβαση πωλήσεως είχε παραγραφεί πριν από την άσκηση της αγωγής.

Ερωτάται

1. Ποια θα είναι η απόφαση του δικαστηρίου, αν υποτεθεί ότι δεν συντρέχει κάποια βάση για τη θεμελίωση της κατά τόπον αρμοδιότητας του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών; 

2. Τί θα αποφανθεί το δικαστήριο σε σχέση με τον ισχυρισμό του Β περί ελλείψεως καθ' ύλην αρμοδιότητας; Το ζήτημα της καθ' ύλην αρμοδιότητας θα μπορούσε να εξεταστεί αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, αν δεν προβαλλόταν αντίστοιχος ισχυρισμός από τον εναγόμενο;

3. Θα μπορούσε ο Β. προς απόδειξη του ισχυρισμού του περί εξοφλήσεως της απαιτήσεως του Α, να προσκομίσει επιστολή του ίδιου (Β) προς τον Α. στην οποία δηλώνει ότι κατέβαλε το ποσό των 10.000 ευρώ; 

4. Ποιος φέρει το βάρος αποδείξεως ως προς τους ισχυρισμούς, τους οποίους προβάλλουν ο ενάγων και ο εναγόμενος με την αγωγή, τις προτάσεις τους και την προσθήκη-αντίκρουση των προτάσεών τους; 

5. Τί θα αποφασίσει το δικαστήριο ως προς τον ισχυρισμό του Β περί παραγραφής της αξιώσεως του Α.

Θα πρέπει να δοθεί απάντηση στα δύο από τα τρία θέματα.

---------------------------------------------------------------------------------------------------

Σεπτέμβριος 2014 - Κλιμάκιο Β΄ (Τσικρικάς - Τριανταφύλλου - Δεληκωστόπουλος - Κατηφόρης)

Θέμα 1ο

Ο Α κάτοικος Βόλου ασκεί αγωγή κατά του Β, κατοίκου Λάρισας, με αίτημα την απόδοση ενός ακινήτου ευρισκομένου στη Λαμία και αξίας 30.000 ευρώ, το οποίο του το είχε εκμισθώσει, έπειτα από καταγγελία της σύμβασης μισθώσεως λόγω καθυστερήσεως καταβολής οφειλόμενων μισθωμάτων Με την ίδια αγωγή ζητεί και την καταδίκη Β στην καταβολή των οφειλόμενων μισθωμάτων, συνολικού ποσού 10.000 ευρώ. Το μηνιαίο μίσθωμα ανέρχεται στο ποσό των400 ευρώ. Η αγωγή ασκείται στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λάρισας. Κατά τη συζήτηση της αγωγής ο Β με τις προτάσεις του ισχυρίζεται ότι δεν υφίσταται οφειλή μισθωμάτων που να δικαιολογεί την καταγγελία της συμβάσεως μισθώσεως, καθώς επίσης ότι σε κάθε περίπτωση η καταγγελία είναι άκυρη ως καταχρηστική. Ο Α με την προσθήκη-αντίκρουση επί των προτάσεών του μετατρέπει το αίτημα της αγωγής του και ζητεί την αναγνώριση της οφειλής του Β προς καταβολή των μισθωμάτων. Με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά του δικαστηρίου κατά τη συζήτηση της αγωγής, ασκεί παρέμβαση ο Γ, ο οποίος ισχυρίζεται ότι είναι ο εκμισθωτής του ακίνητου και ζητεί την απόδοσή του σε αυτόν. Με τον ίδιο τρόπο ασκεί παρέμβαση υπέρ του Β ο υπομισθωτής Υ.

Ερωτάται:

α) Ασκείται η αγωγή στο καθ’ ύλην και κατά τόπον αρμόδιο δικαστήριο;

β) Ποιος φέρει το βάρος αποδείξεως των ισχυρισμών του Β;

γ) ΤΙ θα αποφανθεί το δικαστήριο επί της μετατροπής του αιτήματος της αγωγής από τον Α;

δ) Πως χαρακτηρίζετε τις παρεμβάσεις των Γ και Υ;

ε) Καθιστούν οι παρεμβάσεις αυτές δυνατή τη συμμετοχή των Γ και Υ στην εκκρεμή δίκη;

Θέμα 2ο

Ο Α άσκησε αγωγή κατά των οφειλετών του, Β και Γ, με την οποία ζήτησε να υποχρεωθούν αυτοί να του καταβάλουν εις ολόκληρον ως αποζημίωση από αδικοπραξία για θετική ζημία και διαφυγόντα κέρδη το ποσό των 60.000 ευρώ. Προς αντίκρουση της αγωγής του Α, ο Β ισχυρίσθηκε με τις προτάσεις του ότι το χρέος από την αδικοπραξία είχε ήδη αποσβεσθεί δια της καταρτίσεως συμβάσεως αφέσεως χρέους (454 ΑΚ). Ο ενάγων Α αντέτεινε με την προσθήκη-αντίκρουση ότι η οφειλή δεν αποσβέσθηκε, διότι η σύμβαση αφέσεως χρέους ήταν καταπλεονεκτική και άρα άκυρη (ΑΚ 179) Προς απόδειξη του τελευταίου ισχυρισμού ο  Α προσκομίζει την ένορκη βεβαίωση του Μ. Σε σχέση πάντα με την αγωγή του Α, ο εναγόμενος Γ θεώρησε ότι ο Α θα έπρεπε να είχε στραφεί και κατά του Δ ως συνοφειλέτη εις ολόκληρον. Για να εξασφαλίσει  τη συμμετοχή του Δ στη δίκη ο Γ κατέθεσε πριν τη συζήτηση της αγωγής δικόγραφο στο δικαστήριο, το οποίο και χαρακτήρισε ως προσεπίκληση. Το δικόγραφό αυτό το κοινοποίησε νομίμως στον “προσεπικαλούμενο” Δ ο οποίος όμως δεν προέβη σε καμία ενέργεια σχετικά Το δικαστήριο έκρινε ότι οι αγωγικοί ισχυρισμοί του Α ήταν αόριστοι.

Ερωτάται:

α) Πώς χαρακτηρίζονται δικονομικώς οι ισχυρισμοί των Β και Α με τις προτάσεις και την προσθήκη-αντίκρουση αντίστοιχα και ποιος διάδικος φέρει το βάρος απόδειξης;

β) Είναι δυνατή η απόδειξη του ισχυρισμού του Α με την ένορκη βεβαίωση του Μ;

γ) Ορθά χαρακτηρίζεται ως προσεπίκλησή το δικόγραφο του Γ;

δ) Ποιες είναι οι έννομες συνέπειες της ενέργειας του Γ ως προς τον Δ;

ε) Πώς οφείλει το δικαστήριο να ενεργήσει εφόσον κρίνει ότι οι αγωγικοί ισχυρισμοί του Α δεν είναι επαρκώς ορισμένοι; Ποιες δυνατότητες έχει ο Α προς άρση της αοριστίας των ισχυρισμών του;

Θέμα 3ο

Το Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων (ΙΚΑ) που οφείλει σύνταξη στη Β σε περίπτωση θανάτου του συζύγου αυτής Α ασκεί ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών αγωγή ακυρώσεως του μεταξύ αυτών (Α και Β) γάμου (ΑΚ 1378 αρ. 11) προκειμένου ν’ απαλλαγεί από τη σχετική υποχρέωσή του. Ο Α και Β ήταν και είναι διαρκώς κάτοικοι Θεσσαλονίκης. Με τις εμπροθέσμως κατατεθείσες προτάσεις τους οι Α και Β περιορίστηκαν στην άρνηση της ιστορικής βάσης της αγωγής. Το δικαστήριο προβληματίστηκε ως προς το αν το ΙΚΑ έχει ενεργητική νομιμοποίηση και έννομο συμφέρον για την άσκηση της αγωγής συγχρόνως όμως θεώρησε την αγωγή ως προφανώς ουσία αβάσιμη. Τελικώς εκδίδει απόφαση με την οποία αφήνει ρητά ανεξέταστο το θέμα της ενεργητικής νομιμοποιήσεως και του εννόμου συμφέροντος και απορρίπτει ως ουσία αβάσιμη την αγωγή.

Ερωτάται:

α) Είναι καθ ’ύλην και κατά τόπον αρμόδιο το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών;

β) Οι εναγόμενοι θα μπορούσαν να ισχυρισθούν παραδεκτώς με την προσθήκη - αντίκρουση στις κατατεθείσες προτάσεις τους ότι πρέπει να ανασταλεί η εκδίκαση της αγωγής εωσότου περατωθεί η δίκη επί άλλης αγωγής του ΙΚΑ κατά των ιδίων (Α και Β), υπό την αυτή ιδιότητα, με ίδιο αίτημα και ίδια ιστορική αιτία;

γ) Είναι ορθή η απόφαση του δικαστηρίου. Η απάντηση θα ήταν διαφορετική αν οι εναγόμενοι με τις κατατεθείσες προτάσεις τους είχαν επικαλεσθεί την έλλειψη ενεργητικής νομιμοποιήσεως και εννόμου συμφέροντος του ΙΚΑ;

-------------------------------------------------------------------------------------------------------------------

Σεπτέμβριος 2014 - Κλιμάκιο Α' (Ορφανίδης - Πανταζόπουλος - Σινανίδης)

Θέμα 1ο 

Ο Α άσκησε αγωγή κατά του Β, κατοίκου Αθηνών, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και ζήτησε να υποχρεωθεί να του καταβάλει το ποσό των 200.000 ευρώ ως αμοιβή από τη σύμβαση εκτέλεσης έργου (διόρθωση και συντήρηση του ανελκυστήρα), που συνήφθη στην Κόρινθο. Την ημέρα της δικάσιμου δεν εμφανίστηκε ο Α, αλλά ο παραδεκτώς ασκήσας πρόσθετη παρέμβαση (υπέρ του Α) στη δίκη Γ, στον οποίον ο Α είχε εκχωρήσει την απαίτησή του μετά την άσκηση της αγωγής του. Ο Β με τις νόμιμα κατατεθειμένες προτάσεις του υποστήριξε α) ότι το δικαστήριο είναι κατά τόπο αναρμόδιο, διότι η σύμβαση είχε συναφθεί στην Κόρινθο, β) ότι δεν νομιμοποιείται ενεργητικώς ο Α διότι ο ίδιος (ο Β) δεν συνήψε τη σύμβαση έργου με αυτόν, αλλά με τον Α, γ) ότι επικουρικώς προβάλλει ένσταση συμψηφισμού κατά της απαίτησης του Α, επικαλούμενος ισόποση απαίτηση, του πατέρα του Ε κατά του Α από δάνειο. Ταυτόχρονα, ο Β άσκησε ανταγωγή κατά του Γ και ζήτησε να του καταβάλει το ποσό των 260.000 ευρώ από αδικοπραξία, όπως εξειδικεύεται με το δικόγραφο της ανταγωγής.
Το δικαστήριο απέρριψε την αγωγή του Α, χωρίς να εισέλθει στην εξέταση των ισχυρισμών τον Β, επικαλούμενο την ερημοδικία του Α, όπως επίσης απέρριψε την ανταγωγή του Β ως ουσία αβάσιμη.

Ερωτάται:

α) Έπραξε ορθώς το δικαστήριο ως προς την αγωγή; β) Πως χαρακτηρίζετε τον ισχυρισμό του Β για την αρμοδιότητα και πώς κρίνετε τη βασιμότητά του; γ) Πώς χαρακτηρίζετε τον ισχυρισμό του Β για τη μη ύπαρξη νομιμοποιήσεως; δ) Παραδεκτώς προτάθηκε η ένσταση συμψηφισμού ε) Έπραξε ορθώς το δικαστήριο ως προς την απόρριψη της ανταγωγής ως ουσία αβάσιμης;

Θέμα 2ο

Ο Α άσκησε κατά του Β ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών αναγνωριστική αγωγή ακυρότητας λόγω εικονικότητας μιας σύμβασης πώλησης ακινήτου που καταρτίστηκε στην Αθήνα. Ο Β ισχυρίστηκε νομίμως με τις προτάσεις του ότι α) το δικαστήριο είναι κατά τόπο αναρμόδιο, διότι είναι κάτοικος Λαμίας, και σε κάθε περίπτωση διότι το ακίνητο κείται στην Κόρινθο, β) για τον σχηματισμό δικανικής πεποίθησης από το δικαστήριο ως προς την ιστορική βάση της αγωγής δεν θα πρέπει να εξεταστούν μάρτυρες, κατ’ 393 παρ. 2 ΚΠολΔ το οποίο απαγορεύει την εξέταση των μαρτύρων κατά του περιεχομένου εγγράφου όπως εδώ της σύμβασης πώλησης ακινήτου. Επιπλέον ο Β άσκησε ανταγωγή με αυτοτελές δικόγραφο που επιδόθηκε στον Α εμπρόθεσμα και ζήτησε να υποχρεωθεί αυτός να του καταβάλει το ποσό των 54.000 ευρώ από αδικοπραξία, όπως εξειδικεύεται με το δικόγραφο της ανταγωγής. Ο Α ισχυρίστηκε προς απόκρουση της ανταγωγής του Β ότι το δικαστήριο είναι καθ’ ύλην αναρμόδιο, διότι η ανταγωγή υπάγεται λόγω ποσού στη υλική αρμοδιότητα του Μονομελούς Πρωτοδικείου Το δικαστήριο, αν και είχε αμφιβολία για την ουσιαστική βασιμότητα της αγωγής δέχτηκε εν μέρει αυτήν ως κατ’ ουσίαν βάσιμη.Ερωτάται:α) Τι θα αποφασίσει το Δικαστήριο για τους πιο πάνω ισχυρισμούς των Α και Β;β) Αν υποτεθεί ότι η αγωγή απορρίπτεται ως αόριστη, Τι θα πράξει το δικαστήριο ως προς την ανταγωγή; γ) Ορθώς έπραξε το δικαστήριο που δέχθηκε εν μέρει την αγωγή; 

Θέμα 3ο

Ο Α ασκεί στο αρμόδιο δικαστήριο αγωγή κατά της ομόρρυθμης εταιρείας Ο, των ομόρρυθμων εταίρων της γ και Δ και του συνοφειλέτη της (της εταιρείας Ο) εις ολόκληρον Ε και ζητεί να του καταβάλουν εις ολόκληρον ο καθένας ληξιπρόθεσμη οφειλή ύψους 50.000 ευρώ από σύμβαση δανείου. Κατά την ημέρα της δικασίμου παρίστανται ο ενάγων Α και οι Ο, Δ και Ε εκ των εναγομένων. Αντίθετα, δεν παρέστη ο Γ ο οποίος είχε κλητευθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα. Κατά τη συζήτηση, με τις εμπροθέσμως κατατεθείσες προτάσεις τους, ο Α υπέβαλε στο δικαστήριο την έγγραφη σύμβαση δανείου. Από την πλευρά τους, με τις προτάσεις τους και προφορικώς κατά τη συζήτηση, η εναγόμενη Ο ομολόγησε την ιστορική βάση της αγωγής, ο εναγόμενος Δ αντέκρουσε την αγωγή με τον ισχυρισμό ότι η επίδικη οφειλή δεν είχε καταστεί ληξιπρόθεσμη, διότι είχε συμφωνηθεί προφορικά ετήσια παράταση του χρόνου αποπληρωμής του δανείου, ενώ ο εναγόμενος Ε αρνήθηκε την κατάρτιση της συμβάσεων δανείου. Προς απόδειξη των ισχυρισμών των Δ και Ε κατέθεσαν οι μάρτυρες Μ και Ν αντιστοίχως.

Ερωτάται

α) Ποιος βαρύνεται με την απόδειξη της καταρτίσεως της συμβάσεων δανείου; β) Ξ απάντηση θα ήταν διαφορετική αν η έγγραφη σύμβαση δανείου προσκομιζόταν από την Ο; γ) Ποιος φέρει το βάρος αποδείξεως των ισχυρισμών των εναγομένων επί της αγωγής; δ) Είναι παραδεκτή η εξέταση των μαρτύρων Μ και Ν ε) Μπορεί το δικαστήριο να εκδώσει κοινή για όλους τους εναγομένους απόφαση επί της ουσίας της υποθέσεως;

-------------------------------------------------------------------------------------------------------------------

Φεβρουάριος 2015 - Κλιμάκιο Α' (Ορφανίδης, Πανταζόπουλος, Σινανίδης)

Θέμα 1ο

Ο Α άσκησε αγωγή ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και ζήτησε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι Β και Γ να του καταβάλλουν το ποσό των 400.000 ευρώ ως περιουσιακή ζημία από αδικοπραξία. Οι Α και Β εμφανίστηκαν την ημέρα της δικασίμου, ενώ ο εναγόμενος Γ εκπροσωπήθηκε στο δικαστήριο από πληρεξούσιο δικηγόρο, ο οποίος υπέβαλε μόνον αίτημα αναβολής της υπόθεσης, το οποίο απορρίφθηκε από το Δικαστήριο. Ο Β ισχυρίστηκε με τις προτάσεις του α) ότι το δικαστήριο δεν είναι καθ΄ύλη αρμόδιο και πρέπει η υπόθεση να παραπεμφθεί στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, β) ότι ο Α είναι ο ίδιος υπαίτιος για την πρόκληση της περιουσιακής του ζημίας, άλλως συνυπαίτιος διότι δεν μείωσε με την συμπεριφορά του την περιουσιακή του ζημία, αν και μπορούσε να το πράξει και ανέφερε συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά, γ) ότι κατά την διάπραξη της αδικοπραξίας (σωματική βλάβη σε βάρος; του Α) ήταν μεθυσμένος, διότι την προηγούμενη ημέρα του επεισοδίου είχε πεθάνει η μητέρα του. Προσκόμισε δε και μία ένορκη βεβαίωση στο ως άνω Δικαστήριο που είχε λάβει ενώπιον του Συμβολαιογράφου Αθηνών για την απόδειξη του ισχυρισμού του αυτού, δίχως να κλητεύσει κατά την λήψη της τον ομόδικό του Γ.

Ερωτάται:

α) Είναι νόμιμος ο ισχυρισμός του Β ως προς την καθ' ύλη αναρμοδιότητα του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών;

β) Πως χαρακτηρίζονται οι ισχυρισμοί του εναγόμενου Β και ποιος φέρει το βάρος απόδειξής τους;

γ) Τί θα αποφασίσει το δικαστήριο σχετικώς για τους Α, Β και Γ;

δ) το δικαστήριο κατά την εκδίκαση της ουσίας της υπόθεσης θα λάβει υπόψη του την προσκομισθείσα ένορκη βεβαίωση;

Θέμα 2ο

Ο Α άσκησε αγωγή ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά της ομόρρυθμης εταιρείας Π και του ομόρρυθμου εταίρου της Γ και ζήτησε να του καταβάλλουν εις ολόκληρον το ποσό των 355.000 ευρώ ως τίμημα πώλησης πολυτελούς αυτοκινήτου. Την ημέρα της δικασίμου ο Α με προφορική του δήλωση στο ακροατήριο του δικαστηρίου ζήτησε να υποχρεωθούν οι ως άνω εναγόμενοι να του καταβάλλουν εις ολόκληρον το ποσό των 75.000 ευρώ, ενώ την ημέρα εκείνη εμφανίστηκε μόνον ή Β και όχι ο ομόρρυθμος εταίρος Γ, επειδή δεν είχε κλητευθεί νομίμως. Η Β ισχυρίστηκε νομίμως με τις προτάσεις της ότι το δικαστήριο είναι πλέον καθ’ ύλη αναρμόδιο, μετά τον ως άνω περιορισμό του αιτήματος και πρέπει να παραπεμφθεί η αγωγή στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και επί πλέον ότι το ως άνω τίμημα πρέπει να μειωθεί επειδή το πωληθέν αυτοκίνητο παρουσίαζε ελαττώματα ως προς τη χρήση των φρένων του. Ο Α ισχυρίστηκε με την προσθήκη στις προτάσεις του ότι η αξίωση για τη μείωση του τιμήματος του αυτοκινήτου έχει ήδη παραγραφεί λόγω παρόδου του εξαμήνου, διότι το αυτοκίνητο είχε παραδοθεί ήδη από το έτος 2005, ενώ η ομόρρυθμη εταιρεία Β με την προσθήκη στις προτάσεις της ισχυρίστηκε ότι ο Α κατά την παράδοση του αυτοκινήτου σ αυτήν γνώριζε την έλλειψη της ικανότητας πέδησης αυτού και της έκανε ιδιαίτερη έκπτωση.

Ερωτάται:

α) Τι θα αποφασίσει το δικαστήριο για τον ισχυρισμό της Β ως προς την καθ’ ύλη αναρμοδιότητα του;

β) Πως χαρακτηρίζονται οι ισχυρισμοί των Α και Β και ποιος φέρει το βάρος απόδειξής τους;

γ) Τι θα αποφασίσει το δικαστήριο ως προς την ερημοδικία του ομόρρυθμου εταίρου Γ;

δ) Αν ο Α πρότεινε βάσιμα την εξαίρεση του δικαστή για λόγο που αφορά τη συγγενική σχέση του με τον απολιπόμενο Γ, τι θα αποφασίσει το δικαστήριο ως προς την Β;

Θέμα 3ο

Ο Α άσκησε αγωγή στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών κατά των Β και Γ και ζήτησε να υποχρεωθούν να του καταβάλουν εις ολόκληρον το ποσό των 350.000 ευρώ ως αποζημίωση από αδικοπραξία με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Την ημέρα της δικασίμου εμφανίστηκαν οι διάδικοι Α και Β, ενώ ο Γ δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο και ο Α με δήλωσή του στο δικαστήριο ζήτησε να αναγνωριστεί ότι ο Β του οφείλει το ποσό των 100.000 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, ενώ με την προσθήκη στις προτάσεις ζήτησε να αναγνωρισθεί ότι και ο Γ του οφείλει το ποσό των 100.000 ευρώ. Ο Β ισχυρίστηκε με τις νομίμως κατατεθείσες προτάσεις του ότι α) Το δικαστήριο είναι καθ’ ύλη αναρμόδιο διότι κατά την ημέρα της συζήτησης της υπόθεσης διάταξη νέου νόμου υπήγαγε τις διαφορές αυτές λόγω ποσού στο Μονομελές Πρωτοδικείο, β) ο Α είχε ασκήσει προηγουμένως άλλη αγωγή κατά του Β με την οποία ζητούσε να αναγνωριστεί ότι αυτός του οφείλει το ποσό των 80.000 ευρώ ως αποζημίωση από την ίδια αδικοπραξία. Το δικαστήριο παρά το ότι είχε επιφυλάξεις ως προς την ουσιαστική βασιμότητα της αξίωσης του Α, που έφερε και το βάρος της απόδειξης, τελικά δέχθηκε εν μέρει την αγωγή για το ποσό των 20.000 ευρώ.

Ερωτάται:

α) Τι θα αποφασίσει το δικαστήριο ως προς την εμφάνιση του Β και την απουσία του Γ σε συνδυασμό με τη δικονομική συμπεριφορά του Α. Είναι νόμιμος ο περιορισμός του αιτήματος του Α σε σχέση με τον Γ;

β) Είναι νόμιμοι οι ισχυρισμοί του Β και ποια θα είναι η απόφαση του δικαστηρίου;

γ) Ορθώς δέχθηκε το δικαστήριο ως ουσία βάσιμη την αγωγή;

Από τα 3 θέματα να απαντηθούν τα 2.

-----------------------------------------------------------------------------------------------------------

Ιούνιος 2015 (Σειρά Α')

Θέμα Α

Η εταιρεία κινητής τηλεφωνίας Α άσκησε (με το ίδιο δικόγραφο) στο αρμόδιο δικαστήριο αγωγή κατά του Β με αίτημα την καταβολή ποσού των 17.350 ευρώ από τη μεταξύ τους σύμβαση καθώς και κατά του Γ ως εγγυητή (ΑΚ 847) των υποχρεώσεων του Β. Κατά τη συζήτηση της αγωγής παρέστη ο Β που αρνήθηκε την οφειλή  ενώ δεν παρέστη ο Γ καίτοι κατά τους ισχυρισμούς του παρασταθέντος κατά τη συζήτηση Α είχε κλητευθεί νομίμως και εμπροθέσμως. Η Α προσκόμισε προς τούτο το αποδεικτικό επίδοσης αρμόδιου δικαστικού επιμελητή από το οποίο προέκυπτε ότι αντίγραφο της αγωγής με κλήση προς συζήτηση είχε επιδοθεί στη σύζυγό του Γ στην οικία τους επειδή κατά την επίσκεψη εκεί του δικαστικού επιμελητή δεν ανευρέθηκε ο Γ. Το δικαστήριο μετά τη διεξαγωγή μαρτυρικών αποδείξεων θεωρεί ότι η αγωγή κατά του Β είναι βάσιμη. Στο επιτρεπτό των μαρτυρικών αποδείξεων εναντιώθηκε ο Β. Ως προς τον Γ θεωρεί την αγωγή ως αόριστη λόγω μη αναφορά στον τρόπο κατάρτισης της συμβάσεως εγγυήσεως. προβληματίζεται όμως λόγω της μη παραστάσεως του Γ κατά τη συζήτηση. Τελικώς εξέδωσε απόφαση με την οποία έκανε δεκτή την αγωγή ως προς τον β και την απέρριψε ως προς τον Γ ως αόριστη .Εν τω μεταξύ η εταιρεία Α ήδη κατά τη διάρκεια της δίκης είχε εκχωρήσει τις ένδικες απαιτήσεις της στην εταιρεία Δ.  Μετά την τελεσιδικία της αποφάσεως η Δ ασκεί για τις ίδιες απαιτήσεις αγωγή κατά των Β και Γ. Επικαλέσθηκε την ύπαρξη δεδικασμένου υπέρ αυτής από την εκδοθείσα τελεσίδικη απόφαση που έκανε δεκτή την αγωγή της Α και ζήτησε για τον λόγο αυτό την αποδοχή της δικής της αγωγής.  

Ερωτάται:

α. Ορθά έκρινε το δικαστήριο απορρίπτοντας την αγωγή της Α κατά του Γ ενόψει και της μη παράστασης κατά τη συζήτηση του Γ; 

β. Ποιά η αποδεικτική δύναμη της έκθεσης επίδοσης του δικαστικού επιμελητή ;

γ. Παραδεκτώς ασκήθηκε η αγωγή της Δ κατά του Β;

δ. Υφίσταται δεδικασμένο, όπως επικαλείται η Δ, σε σχέση με τον Γ από την τελεσίδικη δικαστική απόφαση που έκρινε επί της αγωγής της Α κατά των Β και Γ;

ε. Παραδεκτώς εξετάστηκαν οι μάρτυρες;


Θέμα Β

Η Α, εταιρεία παροχής επενδυτικών συμβουλών, κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας που είχε καταρτίσει με τους Β και Γ λόγω πλημμελούς εκπλήρωσης των υποχρεώσεων τους. Κατά τους ισχυρισμούς της παρέσχον επενδυτικές συμβουλές σε αντισυμβαλλόμενους που ήταν προφανώς  εσφαλμένες. Οι Β  και Γ αμφισβήτησαν το κύρος της καταγγελίας και άσκησαν προς τούτο στο αρμόδιο δικαστήριο αγωγή με αιτήματα να αναγνωριστεί η ακυρότητα της καταγγελίας και η μη ύπαρξη πλημμελούς συμπεριφοράς εκ μέρους τους. Εκδόθηκε απόφαση που διαπίστωσε την πλημμελή εκπλήρωση των υποχρεώσεων των Β και Γ και απέρριψε την αγωγή ως ουσία αβάσιμη ως προς το πρώτο αίτημα. Το Δικαστήριο σε σχέση με το δεύτερο αίτημα της αγωγής έκρινε ότι είναι μη νόμιμο και απέρριψε την αγωγή με την αιτιολογία αυτή. Η απόφαση κατέστη τελεσίδικη μετά την εξάντληση και του δεύτερου βαθμού δικαιοδοσίας Στη συνέχεια η Α άσκησε αγωγή αποζημιώσεως κατά των Β και Γ ως υπόχρεων εις ολόκληρον (ΑΚ 481) αξιώνοντας το ποσό των 70.000 ευρώ που αναγκάστηκε να καταβάλει ως αποζημίωση στον επενδυτή Ε λόγω εσφαλμένων επενδυτικών συμβουλών.  Την ιστορική βάση της αγωγής αποζημιώσεως αποτέλεσε ο ισχυρισμός ότι είχαν παρασχεθεί προφανώς εσφαλμένες επενδυτικές συμβουλές. Οι εναγόμενοι αρνήθηκαν την αγωγή και ισχυρίστηκαν ότι είχαν ενεργήσει νόμιμα. Το δικαστήριο θεώρησε υφίσταται δεδικασμένο από την εκδοθείσα τελεσίδικη απόφαση για το κύρος της καταγγελίας ως προς το θέμα της πλημμελούς εκπλήρωσης των υπηρεσιών και έκανε δεκτή την αγωγή αποζημιώσεως πλήρως. Η απόφαση κατέστη τελεσίδικη. Στη συνέχεια ο Β που επιθυμούσε να δώσει ένα τέλος στην υπόθεση ενόψει νέας επαγγελματικής σχέσεως που είχε καταρτίσει, κατέβαλε το ποσό των 70.000 ευρώ στην Α και άσκησε αγωγή κατά του Γ με αίτημα να του καταβάλει το ποσό των 35.000 ευρώ. Ο Γ αρνήθηκε την αγωγή υποστηρίζοντας ότι προεχόντως (κατά 90%) για τη ζημία είναι ο Β. Από την πλευρά του ο Β ανταπάντησε ότι το θέμα αυτό έχει κριθεί από τις εκδοθείσες δικαστικές αποφάσεις στις δίκες με την Α.

Ερωτάται:

α. Νομίμως έκρινε το δικαστήριο που απέρριψε ως μη νόμιμη την πρώτη αγωγή καταγγελίας ως προς το δεύτερο σκέλος;

β. Νομίμως έκρινε το δεύτερο δικαστήριο που είχε επιληφθεί της αγωγής αποζημιώσεως με την παραδοχή ότι υπάρχει δεδικασμένο από την πρώτη απόφαση;

γ. Πως συνδέονται οι Β και Γ ως εναγόμενοι στη δεύτερη δίκη του άρχισε με αγωγή της Α;

δ. Είναι βάσιμος ο ισχυρισμός του Β ότι το θέμα της κατανομής της ευθύνης έχει κριθεί από τις προηγούμενες δικαστικές αποφάσεις;


Θέμα Γ

Η Α άσκησε (με το ίδιο δικόγραφο) αγωγή στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών κατά των Β, Γ και Ε. Ειδικότερα άσκησε αγωγή κατά του Β ως εργολάβου οικοδομών, κατοίκου Αθηνών, του Γ ως κυρίου του ακινήτου (υπό ανέγερση πολυκατοικίας), κατοίκου Χαλκίδας, όπου βρισκόταν και το υπό ανέγερση ακίνητο και της Ε ως ασφαλιστικής εταιρείας με έδρα τη Θεσσαλονίκη. Η Ε ασφάλιζε τον β για τον κίνδυνο από την εκτέλεση του έργου ανοικοδόμησης της πολυκατοικίας. Με την αγωγή ο Α ζήτησε να αναγνωριστεί ότι οι εναγόμενοι οφείλουν να του καταβάλλουν ολόκληρο το ποσό των 100.000 ευρώ ως αποζημίωση για την καταστροφή του αυτοκινήτου του που ήταν σταθμευμένο κάτω από την πολυκατοικία συνεπεία πτώσης οικοδομικών υλικών. 
Ο Γ άσκησε πρόσθετη παρέμβαση υπέρ του Β και ζήτησε να απορριφθεί η αγωγή του Α ως προς αυτόν (Β), ενώ ο Β άσκησε προσεπίκληση κατά της Ε και ζήτησε να υποχρεωθεί να καταβάλει αυτή (δηλαδή η Ε) στον Α ό,τι υποχρεωθεί να καταβάλει αυτός στον Α. Ο Α την ημέρα της δικασίμου με τις προτάσεις του ζήτησε να καταδικαστούν όλοι οι εναγόμενοι να του καταβάλουν ολόκληρο το ως άνω ποσό ενώ ο Γ ισχυρίστηκε ότι το δικαστήριο είναι κατά τόπο αναρμόδιο.

Ερωτάται:


α. Παραδεκτώς στρέφεται η αγωγή κατά της Ε με βάση το παραπάνω ιστορικό και τις αναφερόμενες ιδιότητες των διαδίκων; 

β. Είναι νόμιμος ο ισχυρισμός του Γ περί της κατά τόπο αναρμοδιότητας του δικαστηρίου; 

γ. Είναι νόμιμο το αίτημα του Α που υποβλήθηκε με τις προτάσεις;

δ. Είναι παραδεκτή η πρόσθετη παρέμβαση του Γ;

ε. Είναι νόμιμη η προσεπίκληση της Ε από τον Β όπως αυτή διατυπώθηκε;



Απαντήσεις

Θέμα Α

α. Ορθά έκρινε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο αφού το θέμα του παραδεκτού της αγωγής εξετάζεται αυτεπαγγέλτως και μονομερώς χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η θέση του εναγομένου ή ερημοδικία του. Το ορισμένο της αγωγής εντάσσεται στην κατηγορία των διαδικαστικών προϋποθέσεων της δίκης που αφορούν το νομότυπο της ασκήσεως της αγωγής. Στην αγωγή έπρεπε να αναφέρεται ότι η εγγύηση δηλώθηκε εγγράφως (ΑΚ 847).

β. Η έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή αποτελεί ένα δημόσιο έγγραφο (άρθρ.139). Ως προς ορισμένα γεγονότα έχει την αποδεικτική ισχύ του άρθρ. 438 και ως προς ορισμένα άλλα του άρθρ. 440. Πλήρη απόδειξη με την έννοια του άρθρ. 440 υφίσταται ως προς τα γεγονότα ότι η επίδοση έγινε στη σύζυγο του Γ στην οικία του. Η έμμεση επίδοση ήταν έγκυρη σύμφωνα με το άρθρ. 128 παρ. 1 και 3.

γ. Η αγωγή της Δ κατά του Β είναι απαράδεκτη λόγω ελλείψεως εννόμου συμφέροντος. Η Δ
καταλαμβάνεται από τα υποκειμενικά όρια του δεδικασμένου (325, σε συνδ. με το άρθρ. 225) ώστε να μην υπάρχει έννομο συμφέρον για άσκηση της ίδιας αγωγής. Το θέμα μπορεί να αντιμετωπισθεί και από την πλευρά του δεδικασμένου ως αρνητικής διαδικαστικής προϋπόθεσης της δίκης. Οδηγεί επίσης σε απαράδεκτο της αγωγής.

δ. Σε σχέση με το Γ δεν υπάρχει δεδικασμένο από την προηγηθείσα δίκη αφού δεν συντρέχει η προϋπόθεση του ετερομερούς δεδικασμένου κατ΄άρθρ. 328.

ε. Η εξέταση μαρτύρων είναι παραδεκτή κατά το άρθρ. 394 παρ. 1. Θα πρέπει να υπάρξει μια σχετική ανάπτυξη, ότι αποβλέπουμε στο αίτημα, ενώ θετικά θα αξιολογηθούν τυχόν αναπτύξεις για τον σκοπό της ρυθμίσεως του άρθρ. 394.


Θέμα Β

α. Το δικαστήριο νομίμως απέρριψε την πρώτη αγωγή ως προς το αίτημα της διαπιστώσεως της μη ύπαρξης πλημμελούς συμπεριφοράς. Πρόκειται για πραγματικό γεγονός που ως τέτοιο δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο αγωγής ει μη μόνον αντικείμενο αποδείξεως. Βεβαίως, ορθή θα θεωρηθεί τυχόν απάντηση που προβαίνει σε ερμηνεία της σχετικής διαδικαστικής πράξεως σύμφωνα με τις διατάξεις 173 και 200 ΑΚ, ώστε το αίτημα να ερμηνευθεί ως αναφερόμενο σε έννομη συνέπεια (εν προκειμένω της ακυρότητας της καταγγελίας λόγω μη υπάρξεως πλημμελούς συμπεριφοράς).

β. Βεβαίως, δε δημιουργείται δεδικασμένο αφού δε δημιουργείται δεδικασμένο για πραγματικά
γεγονότα. Είναι διαφορετικό το θέμα για το δεδικασμένο ως προς τα προδικαστικά ζητήματα, κάτι το οποίο δεν υπάρχει εν προκειμένω. Προδικαστικό είναι το ζήτημα εκείνο για το οποίο μπορεί να ασκηθεί αυτοτελής αγωγή (331ΚΠολΔ). Η απόφαση μπορεί να αποτελέσει ένα δικαστικό τεκμήριο στη δεύτερη δίκη που εκτιμάται όμως ελεύθερα.

γ. Οι Β και Γ συνδέονται σύμφωνα με την πάγια νομολογία ως απλοί ομόδικοι. Πρόκειται για την πρώτη περίπτωση της απλής ομοδικίας. Υποστηρίξιμη μπορεί να θεωρηθεί και η άποψη ότι πρόκειται για την τέταρτη περίπτωση της αναγκαίας ομοδικίας (…..ή εξαιτίας των περιστάσεων …..). Θα πρέπει να υπάρξει τότε μια μικρή αιτιολογία προς την κατεύθυνση ότι δεν νοούνται αντιφατικές αποφάσεις ως προς το ίδιο βιοτικό συμβάν.

δ. Δεν είναι βάσιμος ο ισχυρισμός του Β. Στη σχέση μεταξύ απλών των ομοδίκων δε δημιουργείται δεδικασμένο. Το ποσοστό ευθύνης εκάστου εναγομένου θα κριθεί στη δίκη αναγωγής που θα λάβει χώρα. Αυτό ισχύει και στην περίπτωση που η πρώτη απόφαση προέβαινε ως εκ περισσού σε κατανομή της ευθύνης των εναγομένων. Διαφορετικό θα ήταν το θέμα αν ο ένας ομόδικος είχε ασκήσει παρεμπίπτουσα αγωγή κατά του ετέρου απλού ομοδίκου.


Θέμα Γ

α. H Ε δεν νομιμοποιείται παθητικά στην αγωγή του Α διότι δεν υπάρχει ουσιαστική έννομη σχέση μεταξύ τους. Η Ε ασφάλιζε τον Β για τον κίνδυνο από την εκτέλεση του αναληφθέντος έργου, 

β. όχι, κατ' άρθρο 37 ΚΠολΔ, δωσιδικία της ταυτότητας του δικαίου, 

γ. όχι, διότι κατ' άρθρο 223 ΚΠολΔ μεταβάλλεται απαγορευτικά το αίτημα της αγωγής, 

δ. λόγω της απλής ομοδικίας και της ύπαρξης πλειόνων εννόμων σχέσεων δικών, ο Γ είναι τρίτος ως προς τη δίκη μεταξύ του Α και Β, αλλά δεν έχει έννομο συμφέρον, 

ε.πρόκειται για προσεπίκληση δικονομικού εγγυητή κατ΄άρθρο 88 ΚΠολΔ, πλην όμως το αίτημά της είναι μη νόμιμο, διότι η Ε δεν συνδέεται με έννομη σχέση με τον Α, οπότε τότε μόνον θα δικαιολογείτο ένα τέτοιο αίτημα, αλλά μόνο με τον Β.

----------------------------------------------------------------------------------------------------------

Ιούνιος 2017 (Κλιμάκιο Α')

ΘΕΜΑ 1ο

Ο Α άσκησε αγωγή στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και ζήτησε να υποχρεωθεί ο Β να του καταβάλει το ποσό των 100.000 ευρώ που οφείλει από έγγραφη σύμβαση παροχής ανεξάρτητων υπηρεσιών. Με τις προτάσεις του ο Α ισχυρίστηκε ότι η σύμβαση που έχει συνάψει με τον Β είναι σύμβαση έργου, ενώ ο Β με τις νομίμως κατατεθειμένες προτάσεις του ισχυρίστηκε ότι
Α) Με τον Α έχει συνάψει σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου
Β) έχει συμφωνήσει άφεση χρέους με τον ενάγοντα Α
Ενώ με την προσθήκη στις προτάσεις ισχυρίστηκε:
Γ) Ότι η απαίτηση του Α έχει παραγραφεί και, εν πάση περιπτώσει, ότι η αγωγή ασκείται καταχρηστικά διότι έχει παρέλθει αρκετό χρονικό διάστημα πέραν των 8 ετών από τότε που η απαίτησή του κατέστη απαιτητή και δικαστικώς επιδιώξιμη και ο αντίδικός του δεν τον ενόχλησε.
Με την προσθήκη στις προτάσεις του ο Α ισχυρίστηκε ότι η σύμβαση άφεσης χρέους είναι άκυρη κατ’ άρθρο 179 ΑΚ διότι ο Β εκμεταλλεύθηκε την απειρία του Α, παραθέτοντας σχετικά πραγματικά περιστατικά.
Ερωτάται:
Α) Πώς χαρακτηρίζονται δικονομικώς οι ως άνω ισχυρισμοί των διαδίκων και ποιος φέρει το βάρος της απόδειξης;
Β) Τι θα αποφασίσει το δικαστήριο ως προς το παραδεκτό της προβολής τους;
Γ) Μπορεί να αποδειχτεί με μάρτυρα του εναγόμενου ο ισχυρισμός του ότι είχε συνάψει με τον ενάγοντα σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου;
Δ) Αν ερημοδικούσε ο εναγόμενος Β και το δικαστήριο διαπίστωνε ότι η αγωγή του Α δεν περιείχε τα απαιτούμενα στοιχεία του 216 ΚΠολΔ, τι θα αποφάσιζε ως προς αυτή;

 ΘΕΜΑ 2ο

Οι Β και Γ, οδηγώντας απρόσεκτα τα αυτοκίνητά τους, τραυμάτισαν τον πεζό Α που προχωρούσε κανονικά στο πεζοδρόμιο. Παρά τις υποσχέσεις τους, οι Β και Γ δεν αποζημίωσαν τον Α από τη ζημιά που υπέστη από τον τραυματισμό. Κατόπιν τούτου, ο Α υπέβαλε μήνυση εναντίον τους ενώ άσκησε αγωγή στα αρμόδια πολιτικά δικαστήρια κατά των Β και Γ με αίτημα να καταδικαστούν να του καταβάλουν το ποσό των 33.000 ευρώ έκαστος που ήταν η συνολική του ζημία. Στη δίκη, παρέμβαση υπέρ του Β άσκησε η ασφαλιστική του εταιρεία Δ.
Οι Β και Δ αρνήθηκαν με τις προτάσεις τους την αγωγή. Από την πλευρά του, ο Γ, με τις προτάσεις του, ομολόγησε την αγωγή, επέρριψε όμως το μεγαλύτερο μέρος της ευθύνης στον Β. Ο Α, που στο μεταξύ είχε στενοχωρηθεί με τη συμπεριφορά των Β κα Γ, ανέφερε ότι δε δέχεται την ομολογία του Γ και ζήτησε οι ισχυρισμοί του να κριθούν με βάση τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκόμισε. Όλοι τους εκπροσωπήθηκαν από δικηγόρο.
Εκδόθηκε απόφαση, η οποία, με βάση την ομολογία του Γ, έκανε πλήρως δεκτή την αγωγή και απέρριψε την παρέμβαση της Δ. Ο Β, προς αποφυγή της αναγκαστικής εκτελέσεως σε βάρος του, κατέβαλε το ποσό και στράφηκε με αγωγή κατά του Γ, αξιώνοντας το ήμισυ του καταβληθέντος στον Α ποσού. Ο Γ αντέταξε ότι 95% υπεύθυνος για το ατύχημα ήταν ο Β. Ο Β θεωρεί ότι το θέμα αυτό κρίθηκε δεσμευτικά από την πρώτη δίκη. Στο μεταξύ, εκδίδεται απόφαση του ποινικού δικαστηρίου που παρ’ ελπίδα αθωώνει τους Β & Γ. Στο ποινικό δικαστήριο είχε προσκομιστεί η απόφαση του πολιτικού δικαστηρίου.
Ερωτάται:
Α) Είναι ορθή η απόφαση του δικαστηρίου στη δίκη αποζημιώσεως σε σχέση με τον Β;
Β) Παραδεκτώς το δικαστήριο στηρίχθηκε στην ομολογία του Γ εν όψει της αρνήσεως του Α;
Γ) Παραδεκτώς εισήλθε στη δίκη η Δ με άσκηση παρεμβάσεως;
Δ) Κρίθηκε το θέμα της ευθύνης δεσμευτικά μεταξύ των Β & Γ από την απόφαση, όπως ισχυρίστηκε στη δίκη αναγωγής ο Β;
Ε) Ορθά έκρινε το ποινικό δικαστήριο; Θα επηρεάσει η απόφασή του τη δίκη στα πολιτικά δικαστήρια αν ο Β ασκήσει έφεση κατά της καταδικαστικής αποφάσεως;



ΘΕΜΑ 3ο

Ο Α άσκησε αγωγή αποζημιώσεως κατά του Β για ζημίες που προκάλεσε στο ακίνητό του. Μετά από σφοδρή αντιδικία σε σχέση αποκλειστικά με το θέμα της υπαιτιότητας, εκδόθηκε απόφαση που έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή. Κατά της αποφάσεως δεν ασκήθηκε από κανέναν διάδικο έφεση. Μετά από 4 έτη ο Β άρχισε να εναποθέτει πράγματα στο ακίνητο του Α. Διαμαρτυρίες του Α δεν είχαν αποτέλεσμα.
Κατόπιν τούτου, ο Α ασκεί αγωγή στο αρμόδιο δικαστήριο κατά του Β, με αίτημα να άρει την προσβολή και να παραλείπει στο μέλλον παρόμοιες προσβολές στο ακίνητό του (ΑΚ 1108). Στον φάκελο της δικογραφίας ο Α τοποθέτησε και την προηγούμενη απόφαση. Με τις προτάσεις του, ο Β αρνήθηκε την προσβολή, υποστήριξε ότι ο Α δεν είναι κύριος του ακινήτου και ποτέ δεν ήταν, ώστε η αγωγή να πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη ελλείψει νομιμοποιήσεως. Στα βιβλία μεταγραφών, ο Α φέρεται μεν – κατά τους ισχυρισμούς του Β – ως κύριος με απόκτηση του ακινήτου από τον Γ, όμως η μεταβίβαση αυτού ήταν εικονική, επειδή ο Γ ήθελε να αποφύγει τους δανειστές του.
Το δικαστήριο προβληματίστηκε αν θα έπρεπε να αξιοποιήσει την προηγούμενη απόφαση. Τελικά, επειδή δεν υπήρξε ρητή επίκλησή της από τον Α, δεν την έλαβε υπόψη. Εκδόθηκε απόφαση που απέρριψε την αγωγή ως ουσία αβάσιμη, επειδή το δικαστήριο έκρινε ότι δεν υπήρξε προσβολή εκ μέρους του Β και, σε κάθε περίπτωση, δεν αποδείχθηκε η κυριότητα του Α.
Ερωτάται:
Α) Έκρινε ορθά το δικαστήριο που δεν έλαβε υπόψη του την προηγούμενη απόφαση από τη δίκη αποζημιώσεως;
Β) Ήταν βάσιμος ο ισχυρισμός του Α ότι η 2η αγωγή έπρεπε να απορριφθεί ως απαράδεκτη;
Γ) Μπορούσε να προβληθεί στη 2η δίκη ο ισχυρισμός του Β για έλλειψη κυριότητας του Α λόγω εικονικότητας;
Δ) Η εικονικότητα, ανεξαρτήτως του παρόντος θέματος, θα μπορούσε να αποτελέσει αντικείμενο αυτοτελούς αναγνωριστικής αγωγής;

- Από τα 3 θέματα να απαντηθούν τα 2


----------------------------------------------------------------------------------------------------------


Ιούνιος 2017 (Κλιμάκιο  Β')

ΘΕΜΑ 1ο

Ο Α, κάτοικος Αθηνών, ασκεί στο Πρωτοδικείο Αθηνών αγωγή κατά του Β, κατοίκου Πάτρας, με αίτημα την αναγνώριση της κυριότητάς του επί ενός ακινήτου, ευρισκομένου στο Ναύπλιο, το οποίο κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς ήταν μέρος της κληρονομίας, η οποία περιήλθε σε αυτόν (τον Α) δυνάμει διαθήκης του πατέρα του Π, κατοίκου Αθηνών, κατά τον χρόνο του θανάτου του. Μετά την άσκηση της αγωγής του Α, η μητέρα του, Μ, ασκεί παρέμβαση στην εκκρεμή δίκη κατά τους νόμιμους τύπους, ισχυριζόμενη ότι είναι επικαρπώτρια του επιδίκου ακινήτου με μεταγενέστερη διαθήκη του Π, και ζητεί την διάγνωση του δικαιώματος της επικαρπίας. Στη συνέχεια, η Μ ασκεί στο Πρωτοδικείο Ναυπλίου αγωγή κατά του Α με αίτημα την διάγνωση του δικαιώματος της επικαρπίας επί του προαναφερθέντος ακινήτου. Με τις προτάσεις του, τις οποίες ο Α καταθέτει εμπροθέσμως προς υποστήριξη της αγωγής του, προβάλλει και την τακτική χρησικτησία (ΑΚ 1041) ως λόγο κτήσεως της κυριότητας του ακινήτου. Προς αντίκρουση της αγωγής του Α, ο Β ισχυρίζεται με τις, επίσης εμπροθέσμως, κατατεθείσες προτάσεις του ότι έχει ήδη αποκτήσει κυριότητα επί του επιδίκου ακινήτου κατά τους κανόνες της έκτακτης χρησικτησίας (ΑΚ 1045) σε βάρος του Π, δικαιοπαρόχου του Α.

Ερωτάται:
α) Είναι το Πρωτοδικείο Αθηνών κατά τόπον αρμόδιο προς επιδίκαση της αγωγής του Α κατά του Β;
β) Ποια θα είναι η κρίση του δικαστηρίου επί της αγωγής της Μ κατά του Α;
γ) Τι θα αποφανθεί το δικαστήριο επί του ισχυρισμού, που ο Α προβάλλει με τις προτάσεις του;
δ) Ποιος φέρει το βάρος αποδείξεως σε σχέση με τον ισχυρισμό, που ο Β προβάλλει με τις προτάσεις του;

ΘΕΜΑ 2ο

Ο Α άσκησε στις 11 Σεπτεμβρίου στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών αγωγή κατά του Β, κατοίκου Λονδίνου, ζητώντας να αναγνωρισθεί η κυριότητα επί δύο ακινήτων, ενός ευρισκομένου στην Αθήνα και ενός ευρισκομένου στην Χαλκίδα, τα οποία είχε αποκτήσει με πώληση από τον Κ. Η αγωγή του Α επιδόθηκε στον εναγόμενο Β την 31η Οκτωβρίου του ιδίου έτους. Με τις προτάσεις του, που κατέθεσε νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Β αμφισβήτησε κατ'αρχήν τη διεθνή δικαιοδοσία των δικαστηρίων των Αθηνών ισχυριζόμενος ότι είναι κάτοικος Λονδίνου. Επικουρικά, και ειδικά ως προς το ακίνητο της Χαλκίδας, ο εναγόμενος Β υποστήριξε ότι ο ίδιος είχε αποκτήσει πλέον την κυριότητα του ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία μετά την απόκτηση του τελευταίου από τον Α. Στη δίκη άσκησε νόμιμα παρέμβαση με δικόγραφο ο Δ, στον οποίο είχε εκμισθώσει το ακίνητο της Αθήνας ο Β, ισχυριζόμενος με τις προτάσεις του πως κύριος του τελευταίου είναι ο Β και πως ο Α δεν απέκτησε ποτέ κυριότητα, δεδομένου ότι η σύμβαση πωλήσεως μεταξύ Κ και Α ήταν εικονική. Προς απόδειξη της εικονικότητας προσκομίζεται η νομίμως ληφθείσα ένορκη βεβαίωση του Μ.

Ερωτάται:
α) Έχει διεθνή δικαιοδοσία το Πρωτοδικείο Αθηνών προς εκδίκαση της αγωγής του Α;
β) Ασκείται παραδεκτά η αγωγή του Α κατά του Β σύμφωνα με τις νέες διατάξεις του ΚΠολΔ;
γ) Πώς χαρακτηρίζεται δικονομικά ο ισχυρισμός του Β ως προς το ακίνητο της Χαλκίδας και ποιος φέρει το βάρος αποδείξεώς του;
δ) Τι είδους παρέμβαση άσκησε ο Δ και ποια δικαιώματα αποκτά στη συγκεκριμένη δίκη;
ε) Το δικαστήριο θα λάβει υπόψη του την ένορκη βεβαίωση του Μ;

ΘΕΜΑ 3ο

Ο Α ασκεί στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών αγωγή κατά του Β με αίτημα την απόδοση ακινήτου, το οποίο ευρίσκεται στην Σύρο, διότι το κατέχει παράνομα. Μετά την άσκηση της αγωγής ο Α μεταβίβασε το ακίνητο στον Γ, ο οποίος άσκησε παρέμβαση υπέρ του Α. Με τις προτάσεις του ο Β ισχυρίσθηκε: (α) ότι ο Α δεν νομιμοποιείται πλέον μετά την μεταβίβαση του ακινήτου και (β) ότι το ακίνητο το κατέχει δυνάμει ενοχικού δικαιώματος χρήσεως (ΑΚ 1095). Με την προσθήκη στις προτάσεις του ο μεν Α αρνήθηκε ότι είχε παραχωρήσει δικαίωμα χρήσης, ενώ ο Γ το παραδέχθηκε.

Ερωτάται:
(α) Είναι κατά τόπον αρμόδιο το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών; Έχει σημασία το γεγονός ότι ο Β με τις προτάσεις του δεν αναφέρθηκε στο ζήτημα της κατά τόπον αρμοδιότητας;
(β) Είναι βάσιμος ο υπό (α) ισχυρισμός του Β;
(γ) Πώς χαρακτηρίζετε δικονομικά τον υπό (β) ισχυρισμό του Β;
(δ) Παραδεκτώς προβάλλονται οι ισχυρισμοί των Α και Γ με την προσθήκη;
(ε) Πώς θα κρίνει το δικαστήριο τους ισχυρισμούς που προέβαλαν οι Α και Γ σε σχέση με το δικαίωμα του Β να κάνει χρήση του ακινήτου;

-Από τα 3 θέματα να απαντηθούν τα 2

----------------------------------------------------------------------------------------------------------



Σεπτέμβριος 2017 (Κλιμάκιο Α-Λ)

ΘΕΜΑ 1ο

Ο αγοραστής Α, κάτοικος Θεσσαλονίκης, άσκησε αγωγή στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών κατά του πωλητή Β, κατοίκου Αθηνών, με αίτημα τη μείωση του τιμήματος της μεταξύ τους συναφθείσας συμβάσεως πωλήσεως ακινήτου, κείμενου στην Πάτρα για πραγματικά ελαττώματα (ΑΚ 540 §1). Με τις νομίμως κατατεθειμένες προτάσεις τους, ο Α άσκησε το δικαίωμά του να απαιτήσει από τον Β την επισκευή του ακινήτου (ΑΚ 540 §1) και ο Β ισχυρίστηκε ότι δεν υπάρχουν πραγματικά ελαττώματα και ότι, σε κάθε περίπτωση, η αξίωση του Α (για μείωση του τιμήματος) είχε υποπέσει σε παραγραφή. Με την προσθήκη στις  προτάσεις του ο Α ισχυρίστηκε ότι η παραγραφή της αξίωσής του κατά του Β είχε διακοπεί με την κατάθεση της αγωγής του μια μέρα πριν από τη συμπλήρωση του χρόνου παραγραφής.

Ερωτάται:
α) Είναι κατά τόπον αρμόδιο το δικαστήριο;
β) Τι θα αποφασίσει το δικαστήριο ως προς το παραδεκτό του αιτήματος του Α για επισκευή του ακινήτου από τον Β;
γ) Πώς χαρακτηρίζονται δικονομικώς οι ως άνω ισχυρισμοί των διαδίκων και ποιος φέρει το βάρος της αποδείξεως;
δ) Διεκόπη ή όχι η παραγραφή της αξιώσεως του Α;
ε) Ανεξαρτήτως των παραπάνω αναφερθέντων πραγματικών γεγονότων η τυχόν μη επίδοση της αγωγής του Α στον Β εντός της προθεσμίας του άρθρου 215 § 2 εδ. α' ΚΠολΔ αναπληρώνεται από την αναντίλεκτη συμμετοχή του τελευταίου στη διαδικασία (εάν αυτός λ.χ.  καταθέσει προτάσεις ενώ δεν έχει κληθεί);

ΘΕΜΑ 2ο

Ο Α άσκησε αγωγή ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και ζήτησε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι Β και Γ να του καταβάλλουν το ποσό των 100.000 ευρώ ως περιουσιακή ζημία από αδικοπραξία και το ποσό των 300.00 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Ο ενάγων και ο εναγόμενος Β κατέθεσαν νομίμως προτάσεις ενώ ο εναγόμενος Γ δεν εμφανίστηκε προσηκόντως στο δικαστήριο. Ο Β ισχυρίστηκε α) ότι το δικαστήριο δεν είναι καθ’ύλη αρμόδιο και πρέπει η υπόθεση να παραπεμφθεί προς εκδίκαση στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, β) ότι ο Α είναι ο ίδιος υπαίτιος για την πρόκληση της περιουσιακής του ζημίας, άλλως συνυπαίτιος διότι δεν μείωσε με τη συμπεριφορά του την περιουσιακή ζημία , αν και μπορούσε να το πράξει με επίκληση εκ μέρους του (δηλαδή εκ μέρους του Β) συγκεκριμένων πραγματικών περιστατικών. Προσκόμισε δε και μια ένορκη βεβαίωση στο ως άνω Δικαστήριο που είχε λάβει ενώπιον του συμβολαιογράφου Αθηνών, με νόμιμη κλήτευση του αντιδίκου του, δίχως να κλητεύσει όμως κατά τη λήψη της τον ομόδικό του Γ. Παράλληλα ο Β άσκησε εμπρόθεσμα προσεπίκληση κατά του Ε και ζήτησε να υποχρεωθεί αυτός να του καταβάλει ό,τι  αυτός υποχρεωθεί να καταβάλει στον Α, ισχυριζόμενος ότι ο Ε είναι ο αληθής υπαίτιος της περιουσιακής ζημίας του Α. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως προς την περιουσιακή ζημία και απέρριψε το αίτημα της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, όπως και την προσεπίκληση ως απαράδεκτη.

Ερωτάται:

α) Είναι νόμιμος ο ισχυρισμός του Β ως προς την καθ’ ύλη αναρμοδιότητα του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών;
β) Πώς χαρακτηρίζονται οι ισχυρισμοί του εναγόμενου Β και ποιος φέρει το βάρος απόδειξής τους;
γ) Το Δικαστήριο κατά την εκδίκαση της ουσίας της υπόθεσης θα λάβει υπόψη του την προσκομισθείσα ενώπιον του ένορκη βεβαίωση;
δ) Είναι ορθή η απόφαση του δικαστηρίου ως προς την αγωγή;
ε) Είναι ορθή η απόφαση του δικαστηρίου ως προς την προσεπίκληση;

ΘΕΜΑ 3ο

Ο Α άσκησε αγωγή αποζημιώσεως κατά του Β για ζημίες που επέφερε κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς στο φράκτη ακινήτου του. Μετά από οξεία αντιδικία που επικεντρώθηκε περισσότερο στο ζήτημα ον ο Β πράγματι διέπραξε τη ζημιογόνο πράξη και σχεδόν καθόλου στο θέμα αν ο Α είναι κύριος του ακινήτου εκδόθηκε απόφαση που έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή και καταδίκασε τον Β σε αποζημίωση. Η απόφαση κατέστη τελεσίδικη. Μετά από έτη η γειτονική έριδα αναζωπυρώθηκε. Ο Γ, ο οποίος μετά την έκδοση της τελεσιδίκου αποφάσεως είχε αποκτήσει την κυριότητα του ακινήτου από τον Α, άσκησε ως κύριος του ακινήτου αγωγή κατά του Β με αίτημα να παραλείπει προσβολές επί του ακινήτου με εναπόθεση αντικειμένων σ' αυτό. Στην αγωγή του ο Γ αναφέρθηκε στην προηγούμενη αγωγή που είχε ασκήσει ο Α κατά του Β και στην έκβαση αυτής. Στη δίκη άσκησε παρέμβαση υπέρ του Γ ο Α.                                                                                                 Ο Β πρόβαλε καθολική άρνηση. Αυτή την φορά αμφισβήτησε ευθέως την κυριότητα του Γ γιατί είχε πληροφορηθεί αξιοπίστως ότι ο Α δεν ήταν ποτέ κύριος του ακινήτου. Κατ' επέκτασιν αμφισβήτησε και την κυριότητα του Γ. Προσκόμισε ένορκες βεβαιώσεις που ελήφθησαν μετά από προηγούμενη κλήση του Γ και βεβαίωναν ότι κύριος του ακινήτου δεν ήταν ποτέ ο Α. Ζήτησε την απόρριψη της αγωγής ελλείψει νομιμοποιήσεως του Γ ενώ ζήτησε επίσης την απόρριψη της παρεμβάσεως ως απαραδέκτως ασκηθείσας επειδή δεν υφίστανται οι προϋποθέσεις για άσκηση παρεμβάσεως.

Ερωτάται:

α) Τι θα αποφανθεί το δικαστήριο ως προς το θέμα της κυριότητας; Θα λάβει υπ'όψιν του τις ένορκες βεβαιώσεις, θα διατάξει περαιτέρω αποδείξεις;
β) Επηρεάζει η πρώτη απόφαση του δικαστηρίου στη δίκη μεταξύ Α και Β τον Γ;
γ) Παραδεκτώς άσκησε παρέμβαση στη δίκη μεταξύ Γ και Β ο Α;
δ) Ελλείπει η νομιμοποίηση στο πρόσωπο του ενάγοντος Γ όπως ισχυρίζεται ο Β;



Από τα τρία θέματα να απαντηθούν τα δύο. 



13 σχόλια:

  1. Φεβ 15
    1. α. Ορθά έκρινε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο αφού το θέμα του παραδεκτού της αγωγής εξετάζεται
    αυτεπαγγέλτως και μονομερώς χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η θέση του εναγομένου ή ερημοδικία του. Το
    ορισμένο της αγωγής εντάσσεται στην κατηγορία των διαδικαστικών προϋποθέσεων της δίκης που
    αφορούν το νομότυπο της ασκήσεως της αγωγής. Στην αγωγή έπρεπε να αναφέρεται ότι η εγγύηση
    δηλώθηκε εγγράφως (ΑΚ 847).
    β. Η έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή αποτελεί ένα δημόσιο έγγραφο (άρθρ.139). Ως προς
    ορισμένα γεγονότα έχει την αποδεικτική ισχύ του άρθρ. 438 και ως προς ορισμένα άλλα του άρθρ. 440.
    Πλήρη απόδειξη με την έννοια του άρθρ. 440 υφίσταται ως προς τα γεγονότα ότι η επίδοση έγινε στη
    σύζυγο του Γ στην οικία του. Η έμμεση επίδοση ήταν έγκυρη σύμφωνα με το άρθρ. 128 παρ. 1 και 3.
    γ. Η αγωγή της Δ κατά του Β είναι απαράδεκτη λόγω ελλείψεως εννόμου συμφέροντος. Η Δ
    καταλαμβάνεται από τα υποκειμενικά όρια του δεδικασμένου (325, σε συνδ. με το άρθρ. 225) ώστε να
    μην υπάρχει έννομο συμφέρον για άσκηση της ίδιας αγωγής. Το θέμα μπορεί να αντιμετωπισθεί και από
    την πλευρά του δεδικασμένου ως αρνητικής διαδικαστικής προϋπόθεσης της δίκης. Οδηγεί επίσης σε
    απαράδεκτο της αγωγής.
    δ. Σε σχέση με το Γ δεν υπάρχει δεδικασμένο από την προηγηθείσα δίκη αφού δεν συντρέχει η
    προϋπόθεση του ετερομερούς δεδικασμένου κατ΄άρθρ. 328.
    ε. Η εξέταση μαρτύρων είναι παραδεκτή κατά το άρθρ. 394 παρ. 1. Θα πρέπει να υπάρξει μια σχετική
    ανάπτυξη, ότι αποβλέπουμε στο αίτημα, ενώ θετικά θα αξιολογηθούν τυχόν αναπτύξεις για τον σκοπό της
    ρυθμίσεως του άρθρ. 394.
    2. α. Το δικαστήριο νομίμως απέρριψε την πρώτη αγωγή ως προς το αίτημα της διαπιστώσεως της μη
    ύπαρξης πλημμελούς συμπεριφοράς. Πρόκειται για πραγματικό γεγονός που ως τέτοιο δεν μπορεί να
    αποτελέσει αντικείμενο αγωγής ει μη μόνον αντικείμενο αποδείξεως. Βεβαίως, ορθή θα θεωρηθεί τυχόν
    απάντηση που προβαίνει σε ερμηνεία της σχετικής διαδικαστικής πράξεως σύμφωνα με τις διατάξεις 173
    και 200 ΑΚ, ώστε το αίτημα να ερμηνευθεί ως αναφερόμενο σε έννομη συνέπεια (εν προκειμένω της
    ακυρότητας της καταγγελίας λόγω μη υπάρξεως πλημμελούς συμπεριφοράς).
    β. Βεβαίως, δε δημιουργείται δεδικασμένο αφού δε δημιουργείται δεδικασμένο για πραγματικά
    γεγονότα. Είναι διαφορετικό το θέμα για το δεδικασμένο ως προς τα προδικαστικά ζητήματα, κάτι το
    οποίο δεν υπάρχει εν προκειμένω. Προδικαστικό είναι το ζήτημα εκείνο για το οποίο μπορεί να ασκηθεί
    αυτοτελής αγωγή (331ΚΠολΔ). Η απόφαση μπορεί να αποτελέσει ένα δικαστικό τεκμήριο στη δεύτερη
    δίκη που εκτιμάται όμως ελεύθερα.
    γ. Οι Β και Γ συνδέονται σύμφωνα με την πάγια νομολογία ως απλοί ομόδικοι. Πρόκειται για την πρώτη
    περίπτωση της απλής ομοδικίας. Υποστηρίξιμη μπορεί να θεωρηθεί και η άποψη ότι πρόκειται για την
    τέταρτη περίπτωση της αναγκαίας ομοδικίας (…..ή εξαιτίας των περιστάσεων …..). Θα πρέπει να υπάρξει
    τότε μια μικρή αιτιολογία προς την κατεύθυνση ότι δεν νοούνται αντιφατικές αποφάσεις ως προς το ίδιο
    βιοτικό συμβάν.
    δ. Δεν είναι βάσιμος ο ισχυρισμός του Β. Στη σχέση μεταξύ απλών των ομοδίκων δε δημιουργείται
    δεδικασμένο. Το ποσοστό ευθύνης εκάστου εναγομένου θα κριθεί στη δίκη αναγωγής που θα λάβει
    χώρα. Αυτό ισχύει και στην περίπτωση που η πρώτη απόφαση προέβαινε ως εκ περισσού σε κατανομή
    της ευθύνης των εναγομένων. Διαφορετικό θα ήταν το θέμα αν ο ένας ομόδικος είχε ασκήσει
    παρεμπίπτουσα αγωγή κατά του ετέρου απλού ομοδίκου.
    3. α. H Ε δεν νομιμοποιείται παθητικά στην αγωγή του Α διότι δεν υπάρχει ουσιαστική έννομη σχέση
    μεταξύ τους. Η Ε ασφάλιζε τον Β για τον κίνδυνο από την εκτέλεση του αναληφθέντος έργου, β. όχι, κατ'
    άρθρο 37 ΚΠολΔ, δωσιδικία της ταυτότητας του δικαίου, γ. όχι, διότι κατ' άρθρο 223 ΚΠολΔ μεταβάλλεται
    απαγορευτικά το αίτημα της αγωγής, δ. λόγω της απλής ομοδικίας και της ύπαρξης πλειόνων εννόμων
    σχέσεων δικών, ο Γ είναι τρίτος ως προς τη δίκη μεταξύ του Α και Β, αλλά δεν έχει έννομο συμφέρον, ε.
    πρόκειται για προσεπίκληση δικονομικού εγγυητή κατ΄άρθρο 88 ΚΠολΔ, πλην όμως το αίτημά της είναι
    μη νόμιμο, διότι η Ε δεν συνδέεται με έννομη σχέση με τον Α, οπότε τότε μόνον θα δικαιολογείτο ένα
    τέτοιο αίτημα, αλλά μόνο με τον Β.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Ιούνιος 2017 (σειρά Β')

    ΘΕΜΑ Ι
    Ο Α, κάτοικος Αθηνών, ασκεί στο Πρωτοδικείο Αθηνών αγωγή κατά του Β, κατοίκου Πάτρας, με αίτημα την αναγνώριση της κυριότητάς του επί ενός ακινήτου, ευρισκομένου στο Ναύπλιο, το οποίο κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς ήταν μέρος της κληρονομίας, η οποία περιήλθε σε αυτόν (τον Α) δυνάμει διαθήκης του πατέρα του Π, κατοίκου Αθηνών, κατά τον χρόνο του θανάτου του. Μετά την άσκηση της αγωγής του Α, η μητέρα του, Μ, ασκεί παρέμβαση στην εκκρεμή δίκη κατά τους νόμιμους τύπους, ισχυριζόμενη ότι είναι επικαρπώτρια του επιδίκου ακινήτου με μεταγενέστερη διαθήκη του Π, και ζητεί την διάγνωση του δικαιώματος της επικαρπίας. Στη συνέχεια, η Μ ασκεί στο Πρωτοδικείο Ναυπλίου αγωγή κατά του Α με αίτημα την διάγνωση του δικαιώματος της επικαρπίας επί του προαναφερθέντος ακινήτου. Με τις προτάσεις του, τις οποίες ο Α καταθέτει εμπροθέσμως προς υποστήριξη της αγωγής του, προβάλλει και την τακτική χρησικτησία (ΑΚ 1041) ως λόγο κτήσεως της κυριότητας του ακινήτου. Προς αντίκρουση της αγωγής του Α, ο Β ισχυρίζεται με τις, επίσης εμπροθέσμως, κατατεθείσες προτάσεις του ότι έχει ήδη αποκτήσει κυριότητα επί του επιδίκου ακινήτου κατά τους κανόνες της έκτακτης χρησικτησίας (ΑΚ 1045) σε βάρος του Π, δικαιοπαρόχου του Α.

    Ερωτάται:
    α) Είναι το Πρωτοδικείο Αθηνών κατά τόπον αρμόδιο προς επιδίκαση της αγωγής του Α κατά του Β;
    β) Ποια θα είναι η κρίση του δικαστηρίου επί της αγωγής της Μ κατά του Α;
    γ) Τι θα αποφανθεί το δικαστήριο επί του ισχυρισμού, που ο Α προβάλλει με τις προτάσεις του;
    δ) Ποιος φέρει το βάρος αποδείξεως σε σχέση με τον ισχυρισμό, που ο Β προβάλλει με τις προτάσεις του;

    ΘΕΜΑ ΙΙ
    Ο Α άσκησε στις 11 Σεπτεμβρίου στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών αγωγή κατά του Β, κατοίκου Λονδίνου, ζητώντας να αναγνωρισθεί η κυριότητα επί δύο ακινήτων, ενός ευρισκομένου στην Αθήνα και ενός ευρισκομένου στην Χαλκίδα, τα οποία είχε αποκτήσει με πώληση από τον Κ. Η αγωγή του Α επιδόθηκε στον εναγόμενο Β την 31η Οκτωβρίου του ιδίου έτους. Με τις προτάσεις του, που κατέθεσε νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Β αμφισβήτησε κατ'αρχήν τη διεθνή δικαιοδοσία των δικαστηρίων των Αθηνών ισχυριζόμενος ότι είναι κάτοικος Λονδίνου. Επικουρικά, και ειδικά ως προς το ακίνητο της Χαλκίδας, ο εναγόμενος Β υποστήριξε ότι ο ίδιος είχε αποκτήσει πλέον την κυριότητα του ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία μετά την απόκτηση του τελευταίου από τον Α. Στη δίκη άσκησε νόμιμα παρέμβαση με δικόγραφο ο Δ, στον οποίο είχε εκμισθώσει το ακίνητο της Αθήνας ο Β, ισχυριζόμενος με τις προτάσεις του πως κύριος του τελευταίου είναι ο Β και πως ο Α δεν απέκτησε ποτέ κυριότητα, δεδομένου ότι η σύμβαση πωλήσεως μεταξύ Κ και Α ήταν εικονική. Προς απόδειξη της εικονικότητας προσκομίζεται η νομίμως ληφθείσα ένορκη βεβαίωση του Μ.

    Ερωτάται:
    α) Έχει διεθνή δικαιοδοσία το Πρωτοδικείο Αθηνών προς εκδίκαση της αγωγής του Α;
    β) Ασκείται παραδεκτά η αγωγή του Α κατά του Β σύμφωνα με τις νέες διατάξεις του ΚΠολΔ;
    γ) Πώς χαρακτηρίζεται δικονομικά ο ισχυρισμός του Β ως προς το ακίνητο της Χαλκίδας και ποιος φέρει το βάρος αποδείξεώς του;
    δ) Τι είδους παρέμβαση άσκησε ο Δ και ποια δικαιώματα αποκτά στη συγκεκριμένη δίκη;
    ε) Το δικαστήριο θα λάβει υπόψη του την ένορκη βεβαίωση του Μ;

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. ΘΕΜΑ ΙΙΙ
    Ο Α ασκεί στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών αγωγή κατά του Β με αίτημα την απόδοση ακινήτου, το οποίο ευρίσκεται στην Σύρο, διότι το κατέχει παράνομα. Μετά την άσκηση της αγωγής ο Α μεταβίβασε το ακίνητο στον Γ, ο οποίος άσκησε παρέμβαση υπέρ του Α. Με τις προτάσεις του ο Β ισχυρίσθηκε: (α) ότι ο Α δεν νομιμοποιείται πλέον μετά την μεταβίβαση του ακινήτου και (β) ότι το ακίνητο το κατέχει δυνάμει ενοχικού δικαιώματος χρήσεως (ΑΚ 1095). Με την προσθήκη στις προτάσεις του ο μεν Α αρνήθηκε ότι είχε παραχωρήσει δικαίωμα χρήσης, ενώ ο Γ το παραδέχθηκε.

    Ερωτάται:
    (α) Είναι κατά τόπον αρμόδιο το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών; Έχει σημασία το γεγονός ότι ο Β με τις προτάσεις του δεν αναφέρθηκε στο ζήτημα της κατά τόπον αρμοδιότητας;
    (β) Είναι βάσιμος ο υπό (α) ισχυρισμός του Β;
    (γ) Πώς χαρακτηρίζετε δικονομικά τον υπό (β) ισχυρισμό του Β;
    (δ) Παραδεκτώς προβάλλονται οι ισχυρισμοί των Α και Γ με την προσθήκη;
    (ε) Πώς θα κρίνει το δικαστήριο τους ισχυρισμούς που προέβαλαν οι Α και Γ σε σχέση με το δικαίωμα του Β να κάνει χρήση του ακινήτου;

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Σε ευχαριστούμε πάρα πολύ για τη συνεισφορά σου, μας φάνηκε πολύ χρήσιμη!! :-)

      Διαγραφή
  4. ΚΛΙΜΑΚΙΟ Α-Λ
    08/07/2017

    ΘΕΜΑ 1Ο
    Ο Α άσκησε αγωγή στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και ζήτησε να υποχρεωθεί ο Β να του καταβάλει το ποσό των 100.000 ευρώ που οφείλει από έγγραφη σύμβαση παροχής ανεξάρτητων υπηρεσιών. Με τις προτάσεις του ο Α ισχυρίστηκε ότι η σύμβαση που έχει συνάψει με τον Β είναι σύμβαση έργου, ενώ ο Β με τις νομίμως κατατεθειμένες προτάσεις του ισχυρίστηκε ότι
    Α) Με τον Α έχει συνάψει σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου
    Β) έχει συμφωνήσει άφεση χρέους με τον ενάγοντα Α
    Ενώ με την προσθήκη στις προτάσεις ισχυρίστηκε:
    Γ) Ότι η απαίτηση του Α έχει παραγραφεί και, εν πάση περιπτώσει, ότι η αγωγή ασκείται καταχρηστικά διότι έχει παρέλθει αρκετό χρονικό διάστημα πέραν των 8 ετών από τότε που η απαίτησή του κατέστη απαιτητή και δικαστικώς επιδιώξιμη και ο αντίδικός του δεν τον ενόχλησε.
    Με την προσθήκη στις προτάσεις του ο Α ισχυρίστηκε ότι η σύμβαση άφεσης χρέους είναι άκυρη κατ’ άρθρο 179 ΑΚ διότι ο Β εκμεταλλεύθηκε την απειρία του Α, παραθέτοντας σχετικά πραγματικά περιστατικά.
    Ερωτάται:
    Α) πώς χαρακτηρίζονται δικονομικώς οι ως άνω ισχυρισμοί των διαδίκων και ποιος φέρει το βάρος της απόδειξης
    Β) τι θα αποφασίσει το δικαστήριο ως προς το παραδεκτό της προβολής τους;
    Γ) μπορεί να αποδειχτεί με μάρτυρα του εναγόμενου ο ισχυρισμός του ότι είχε συνάψει με τον ενάγοντα σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου;
    Δ) Αν ερημοδικούσε ο εναγόμενος Β και το δικαστήριο διαπίστωνε ότι η αγωγή του Α δεν περιείχε τα απαιτούμενα στοιχεία του 216 ΚΠολΔ, τι θα αποφάσιζε ως προς αυτή;

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. ΘΕΜΑ 2Ο
    Οι Β και Γ, οδηγώντας απρόσεκτα τα αυτοκίνητά τους, τραυμάτισαν τον πεζό Α που προχωρούσε κανονικά στο πεζοδρόμιο. Παρά τις υποσχέσεις τους, οι Β και Γ δεν αποζημίωσαν τον Α από τη ζημιά που υπέστη από τον τραυματισμό. Κατόπιν τούτου, ο Α υπέβαλε μήνυση εναντίον τους ενώ άσκησε αγωγή στα αρμόδια πολιτικά δικαστήρια κατά των Β και Γ με αίτημα να καταδικαστούν να ταυ καταβάλουν το ποσό των 33.000 ευρώ έκαστος. Ήταν η συνολική του ζημία. Στη δίκη, παρέμβαση υπέρ του Β άσκησε η ασφαλιστική του εταιρεία Δ.
    Οι Β και Δ αρνήθηκαν με τις προτάσεις τους την αγωγή. Από την πλευρά του, ο Γ, με τις προτάσεις του, ομολόγησε την αγωγή, επέρριψε όμως το μεγαλύτερο μέρος της ευθύνης στον Β. ο Α, που στο μεταξύ είχε στεναχωρηθεί με τη συμπεριφορά των Β κα Γ, ανέφερε ότι δε δέχεται την ομολογία του Γ και ζήτησε οι ισχυρισμοί του να κριθούν με βάση τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκόμισε. Όλοι τους εκπροσωπήθηκαν από δικηγόρο.
    Εκδόθηκε απόφαση, η οποία, με βάση την ομολογία του Γ, έκανε πλήρως δεκτή την αγωγή και απέρριψε την παρέμβαση της Δ. ο Β, προς αποφυγή της αναγκαστικής εκτελέσεως σε βάρος του, κατέβαλε το ποσό και στράφηκε με αγωγή κατά του Γ, αξιώνοντας το ήμισυ του καταβληθέντος στον Α ποσού. Ο Γ αντέταξε ότι 95% υπεύθυνος για το ατύχημα ήταν ο Β. ο Β θεωρεί ότι το θέμα αυτό κρίθηκε δεσμευτικά από την πρώτη δίκη,. Στο μεταξύ, εκδίδεται απόφαση του ποινικού δικαστηρίου που παρ’ ελπίδα αθωώνει τους Β & Γ. Στο ποινικό δικαστήριο είχε προσκομιστεί η απόφαση του πολιτικού δικαστηρίου.
    Ερωτάται:
    Α) Είναι ορθή η απόφαση του δικαστηρίου στη δίκη αποζημιώσεως σε σχέση με τον Β;
    Β) παραδεκτώς το δικαστήριο στηρίχθηκε στην ομολογία του Γ εν όψει της αρνήσεως του Α;
    Γ) παραδεκτώς εισήλθε στη δίκη η Δ με άσκηση παρεμβάσεως;
    Δ) κρίθηκε το θέμα της ευθύνης δεσμευτικά μεταξύ των Β & Γ από την απόφαση, όπως ισχυρίστηκε στη δίκη αναγωγής ο Β;
    Ε) ορθά έκρινε το ποινικό δικαστήριο; Θα επηρεάσει η απόφασή του τη δίκη στα πολιτικά δικαστήρια αν ο Β ασκήσει έφεση κατά της καταδικαστικής αποφάσεως;

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  6. ΘΕΜΑ 3Ο
    Ο Α άσκησε αγωγή αποζημιώσεως κατά του Β για ζημίες που προκάλεσε στο ακίνητό του. Μετά από σφοδρή αντιδικία σε σχέση αποκλειστικά με το θέμα της υπαιτιότητας, εκδόθηκε απόφαση που έκανε εν μέρει δεκτή ην αγωγή. Κατά της αποφάσεως δεν ασκήθηκε από κανέναν διάδικο έφεση. Μετά από 4 έτη ο Β άρχισε να εναποθέτει πράγματα στο ακίνητο του Α. διαμαρτυρίες του Α δεν είχαν αποτέλεσμα.
    Κατόπιν τούτου, ο Α ασκεί αγωγή στο αρμόδιο δικαστήριο κατά του Β, με αίτημα να άρει την προσβολή και να παραλείπει στο μέλλον παρόμοιες προσβολές στο ακίνητό του (ΑΚ 1108). Στον φάκελο της δικογραφίας ο Α τοποθέτησε και την προηγούμενη απόφαση. Με τις προτάσεις του, ο Β αρνήθηκε την προσβολή, υποστήριξε ότι ο Α δεν είναι κύριος του ακινήτου και ποτέ δεν ήταν, ώστε η αγωγή να πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη ελλείψει νομιμοποιήσεως. Στα βιβλία μεταγραφών, ο Α φέρεται μεν – κατά τους ισχυρισμούς του Β – ως κύριος με απόκτηση του ακινήτου από τον Γ, όμως η μεταβίβαση αυτού ήταν εικονική, επειδή ο Γ ήθελε να αποφύγει τους δανειστές του.
    Τι δικαστήριο προβληματίστηκε αν θα έπρεπε να αξιοποιήσει την προηγούμενη απόφαση. Τελικά, επειδή δεν υπήρξε ρητή επίκλησή της από τον Α, δεν την έλαβε υπόψη. Εκδόθηκε απόφαση που απέρριψε την αγωγή ως ουσία αβάσιμη, επειδή το δικαστήριο έκρινε ότι δεν υπήρξε προσβολή εκ μέρους του Β και, σε κάθε περίπτωση, δεν αποδείχθηκε η κυριότητα του Α.
    Ερωτάται:
    Α) Έκρινε ορθά το δικαστήριο που δεν έλαβε υπόψη του την προηγούμενη απόφαση από τη δίκη αποζημιώσεως;
    Β) ήταν βάσιμος ο ισχυρισμός του Α ότι η 2η αγωγή έπρεπε να απορριφθεί ως απαράδεκτη;
    Γ) μπορούσε να προβληθεί στη 2η δίκη ο ισχυρισμός του Β για έλλειψη κυριότητας του Α λόγω εικονικότητας;
    Δ) η εικονικότητα, ανεξαρτήτως του παρόντος θέματος, θα μπορούσε να αποτελέσει αντικείμενο αυτοτελούς αναγνωριστικής αγωγής;
    - Από τα 3 να απαντηθούν τα 2

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Βαγγέλη, σε ευχαριστούμε πάρα πολύ για τη συνεισφορά σου, μας διευκόλυνες πολύ!!

      Διαγραφή
  7. ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΣ 2017

    1ο θέμα
    ο αγοραστής Α, κάτοικος Θεσσαλονίκης, άσκησε αγωγή στο Πολυμελές Πρωτοδεικείο Αθηνών κατά του πωλητή Β, κατοίκου Αθηνών, με αίτημα τη μείωση του τιμήματος της μεταξύ τους συναφθείσας συμβάσεως πωλήσεως ακινήτου, κείμενου στην Πάτρα, για πραγματικά ελαττώματα (ΑΚ 540 §1). Με τις νομίμως κατατεθειμένες προτάσεις τους, ο Α άσκησε το δικαίωμά του να απαιτήσει από τον Β την επισκευή του ακινήτου (ΑΚ 540 §1) και ο Β ισχυρίστηκε ότι δεν υπάρχουν πραγματικά ελαττώματα και ότι, σε κάθε περίπτωση, η αξίωση του Α (για μείωση τιμήματος) έχει υποπέσει σε παραγραφή. Με την προσθήκη στις προτάσεις του, ο Α ισχυρίστηκε ότι η παραγραφή της αξιώσεώς του κατά του Β έχει διακοπεί με την κατάθεση της αγωγής του μια μέρα πριν από τη συμπλήρωση του χρόνου παραγραφής.
    Ερωτάται:
    α) Είναι κατά τόπον αρμόδιο το δικαστήριο;
    β) Τι θα αποφασίσει το δικαστήριο ως προς το παραδεκτό του αιτήματος του Α για επισκευή του ακινήτου από τον Β;
    γ) Πώς χαρακτηρίζονται δικονομικώς οι ως άνω ισχυρισμοί των διαδίκων και ποιος φέρει το βάρος της αποδείξεως;
    δ) Διεκόπη ή όχι η παραγραφή της αξιώσεως του Α;
    ε) Ανεξαρτήτως των παραπάνω αναφερθέντων πραγματικών γεγονότων, η τυχόν μη επίδοση της αγωγής του Α στον Β εντός της προθεσμίας του άρθρου 215 §2 εδ. Α' ΚπολΔ αναπληρώνεται από την αναντίλεκτη συμμετοχή του τελευταίου στη διαδικασία (εάν αυτός λ.χ. Καταθέσει προτάσεις ενώ δεν έχει κληθεί);

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  8. 2ο θέμα
    ο Α άσκησε αγωγή ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και ζήτησε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι Β και Γ να του καταβάλουν το ποσό των 100.000€ ως περιουσιακή ζημία από αδικοπραξία και το ποσό των 300.000€ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Ο ενάγων και ο εναγόμενος Β κατέθεσαν νομίμως προτάσεις, ενώ ο εναγόμενος Γ δεν εμφανίστηκε προσηκόντως στο Δικαστήριο. Ο Β ισχυρίστηκε ότι α) το Δικαστήριο δεν ειναι καθ' ύλην αρμόδιο και πρέπει η υπόθεση να παραπεμφθεί προς εκδίκαση στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών β) ότι ο Α ειναι ο ίδιος υπαίτιος για την πρόκληση της περιουσιακής του ζημίας, άλλως συνυπαίτιος, διότι δε μείωσε με τη συμπεριφορά του την περιουσιακή του ζημία, αν και μπορούσε να το κάνει, με επίκληση εκ μέρους του (δηλ του Β) συγκεκριμένων πραγματικών περιστατικών. Προσκόμισε δε και μια ένορκη βεβαίωση στο ως άνω Δικαστήριο που είχε λάβει ενώπιον του Συμβολαιογράφου Αθηνών, με νόμιμη κλήτευση του αντιδίκου του, δίχως να κλητεύσει όμως κατά τη λήψη της τον ομόδικό του Γ. Παράλληλα, ο Β άσκησε εμπρόθεσμα προσεπίκληση κατά του Ε και ζήτησε να υποχρεωθεί αυτός να του καταβάλει ό,τι αυτός υποχρεωθεί να καταβάλει στον Α, ισχυριζόμενος ότι ο Ε είναι ο αληθής υπαίτιος της περιοσιακής ζημίας του Α. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως προς την περιουσιακή ζημία και απέρριψε το αίτημα της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, όπως και την προσεπίκληση ως απαράδεκτη.
    Ερωτάται:
    α) Είναι νόμιμος ο ισχυρισμός του Β ως προς την καθ' ύλην αναρμοδιότητα του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών;
    β) Πώς χαρακτηρίζονται δικονομικώς οι ισχυρισμοί του εναγόμενου Β και ποιος φέρει το βάρος απόδειξής τους;
    γ) Το Δικαστήριο κατά την εκδίκαση της ουσίας της υπόθεσης θα λάβει υπόψη του την προσκομισθείσα ενώπιόν του ένορκη βεβαίωση;
    δ) Είναι ορθή η απόφαση του Δικαστηρίου ως προς την αγωγή;
    ε) Είναι ορθή η απόφαση του Δικαστηρίου ως προς την προσεπίκληση;

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  9. 3ο θέμα
    ο Α άσκησε αγωγή αποζημιώσεως κατά του Β για ζημίες που επέφερε κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς στο φράκτη ακινήτου του. Μετά από οξεία αντιδικία που επικεντρώθηκε περισσότερο στο ζήτημα αν ο Β πράγματι διέπραξε τη ζημιογόνο πράξη και σχεδόν καθόλου στο αν ο Α ειναι κύριος του ακινήτου, εκδόθηκε απόφαση που έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή και καταδίκασε τον Β σε αποζημίωση. Η απόφαση κατέστη τελεσίδικη. Μετά από έτη, η γειτονική έριδα αναζωπυρήθηκε. Ο Γ, ο οποίος μετά την έκδοση της τελεσιδίκου αποφάσεως είχε αποκτήσει την κυρίοτητα του ακινήτου απο τον Α, άσκησε ως κύριος του ακινήτου αγωγή κατά του Β με αίτημα να παραλείπει προσβολές επί του ακινήτου με εναπόθεση αντικειμένων σ' αυτό. Στην αγωγή του ο Γ αναφέρθηκε στην προηγούμενη αγωγή που είχε ασκήσει ο Α κατά του Β και στην έκβαση αυτής. Στη δίκη άσκησε παρέμβαση υπέρ του Γ ο Α.
    Ο Β πρόβαλε καθολική άρνηση. Αυτη τη φορά αμφισβήτησε ευθέως την κυριότητα του Γ επειδή είχε πληροφορηθεί αξιοπίστως οτι ο Α δεν ήταν ποτέ κύριος του ακινήτου. Κατ' επέκταση, αμφισβήτησε και την κυριότητα του Γ. Προσκόμισε ένορκες βεβαιώσεις που ελήφθησαν μετά από προηγούμενη κλήση του Γ και βεβαίωναν ότι κύριος του ακινήτου δεν ήταν ποτέ ο Α. Ζήτησε την απόρριψη της αγωγής ελλείψει νομιμοποιήσεως του Γ και την απόρριψη της παρεμβάσεως ως απαραδέκτως ασκηθείσας επειδή δεν υφίσταντο οι προϋποθέσεις για άσκηση παρεμβάσεως,
    Ερωτάται:
    α) Τι θα αποφανθεί το Δικαστήριο ως προς το θέμα της κυριότητας; Θα λάβει υπόψη τις ένορκες βεβαιώσεις; Θα διατάξει περαιτέρω αποδείξεις;
    β) Επηρεάζει η 1η απόφαση του Δικαστηρίου στη δίκη μεταξύ Α και Β τον Γ;
    γ) Παραδκεκτώς άσκησε παρέμβαση στη δίκη μεταξύ Β και Γ ο Α;
    δ) Ελλείπει η νομιμοποίηση στο πρόσωπο του ενάγοντος Γ, όπως ισχυρίζεται ο Β;

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  10. Είμαστε εδώ για να υποστηρίξουμε τους φτωχούς και να πολεμήσουμε
    φτώχεια, προσφέρουμε βραχυπρόθεσμα, μεσοπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα
    όρο.
    Έχετε οικονομικές ανησυχίες, είστε στην απαγόρευση των τραπεζών,
    Κατατεθειμένοι, ή χρειάζεστε χρηματοδότηση για να τοποθετήσετε τα έργα σας,
    ένα στεγαστικό δάνειο.
    Προσφέρουμε δάνεια σε ιδιώτες και εμπόρους σε ένα επιτόκιο
    3% ετησίως με τη μεγαλύτερη ταχύτητα και αξιοπιστία.
    Παίρνετε το δάνειό σας 72 ώρες μετά το αίτημά σας και χωρίς
    πρωτόκολλα.
    σε περίπτωση ανάγκης επικοινωνήστε μαζί μας στο gmail: GOMEZGERMAINE112@GMAIL.COM

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  11. Είμαστε εδώ για να υποστηρίξουμε τους φτωχούς και να πολεμήσουμε
    φτώχεια, προσφέρουμε βραχυπρόθεσμα, μεσοπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα
    όρο.
    Έχετε οικονομικές ανησυχίες, είστε στην απαγόρευση των τραπεζών,
    Κατατεθειμένοι, ή χρειάζεστε χρηματοδότηση για να τοποθετήσετε τα έργα σας,
    ένα στεγαστικό δάνειο.
    Προσφέρουμε δάνεια σε ιδιώτες και εμπόρους σε ένα επιτόκιο
    3% ετησίως με τη μεγαλύτερη ταχύτητα και αξιοπιστία.
    Παίρνετε το δάνειό σας 72 ώρες μετά το αίτημά σας και χωρίς
    πρωτόκολλα.
    σε περίπτωση ανάγκης επικοινωνήστε μαζί μας στο gmail: GOMEZGERMAINE112@GMAIL.COM

    ΑπάντησηΔιαγραφή