28 Οκτωβρίου 2018

Θέματα Πολιτικής Δικονομίας II (Α-Λ)

Ιούνιος 2018

ΘΕΜΑ 1
ο Α ασκεί κατά του Β διεκδικητική αγωγή ακινήτου επικαλούμενος κτήση κυριότητας δυνάμει κληρονομικής διαδοχής από τον πατέρα του τον Π και επικουρικά κτήση κυριότητας με τακτική χρησικτησία (ΑΚ 1041). Προς υποστήριξη του Β παρεμβαίνει στην εκκρεμή δίκη ο Μ στον οποίο ο Β είχε παραχωρήσει την κατοχή του ακινήτου με τήρηση των διατάξεων των άρθρων 81 και 238 ΚπολΔ. Το πρωτοβάθμιο δικ. κάνει δεκτή την παρέμβαση του Μ και απορρίπτει την αγωγή ως ουσία αβάσιμη ως προς όλες τις βάσεις της. Ο Α ασκεί έφεση την οποία στρέφει κατά του Β, προσβάλλοντας ως λόγο εφέσεως την εσφαλμένη εφαρμογή των περί κληρονομικής διαδοχής διατάξεων. Έπειτα από την άσκηση της εφέσεως ο Α μεταβιβάζει το ακίνητο στον Γ. Κατά την εκδίκαση της έφεσης του Α ο Β ερημοδικεί. Το δευτεροβάθμιο κάνει δεκτή την έφεση, εξαφανίζει την εκκαλουμένη απόφαση, κρατεί και δικάζει την αγωγή και την κάνει δεκτή, κρίνοντας ότι απεδείχθη η βάση της τακτική χρησικτησίας και καταδικάζει στον Β στην απόδοση του ακινήτου. Στη συνέχεια ο Γ επισπεύδει αναγκαστική εκτέλεση κατά του Β με την επίδοση σε αυτόν στις 12.3.2018 επιταγής προς εκτέλεση κάτω από αντίγραφο του απογράφου της αποφάσεως του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου. Ο Β ασκεί αμέσως αίτηση αναιρέσεως κατά της αποφάσεως του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου και ταυτόχρονα ζητεί την αναστολή της εκτελεστότητας της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης ωστόσο πριν εκδικασθεί η σχετική αίτηση, ο Γ αποβάλλει τον Β στις 16.3.2018 από το ακίνητο, Ο Β πέντε ημέρες μετά την αποβολή ασκεί ανακοπή προς ακύρωση της επιταγής προς εκτέλεση, καθώς και της αποβολής, επικαλούμενος την εκ μέρους του κτήση κυριότητας επί του ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία σε βάρος του Α, δικαιοπαρόχου του Γ.
Ερωτάται: 1) Ασκείται παραδεκτώς η έφεση του Α; 2) Είναι ορθή η κρίση του δευτεροβαθμιου δικαστηρίου ως προς την παραδοχή της αγωγής του Α; 3) Εάν όχι, ποιος λόγος αναιρέσεως στοιχειοθετείται; 4) Είναι ορθή η επίσπευση αναγκαστικής εκτέλεσης από τον Γ κατά του Β; 5)Ασκείται παραδεκτώς η αίτηση αναίρεσης του Β; 6) Είναι παραδεκτός ο λόγος της ανακοπής του Β;

ΘΕΜΑ 2
Ο Α, κύριος περικλείστου ακινήτου, άσκησε αγωγή στο αρμόδιο δικαστήριο κατά των Β και Γ, κυρίων ομόρων ακινήτων, και ζήτησε να αναγνωριστεί δικαίωμα δουλείας διόδου επί αυτών. Το δικαστήριο δέχθηκε την αγωγή του Α. Ο Α επέδωσε την απόφαση στον Β στις 30.1.2018 και στον Γ στις 28.2.2018. Ο Β άσκησε έφεση στις 23.3.2018 κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου την οποία έστρεψε κατά των Α και Γ και ζήτησε να εξαφανισθεί αυτή επικαλούμενος κακή εκτίμηση των αποδείξεων. Ο Γ άσκησε έφεση κατά της ως άνω απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου στις 20.3.2018 και ζήτησε να εξαφανισθεί αυτή λόγω κακής εκτίμησης των αποδείξεων και επιπλέον διότι  είχε εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση κατά των Γ και Β. ΤΟ δευτεροβάθμιο δικαστήριο απέρριψε την έφεση του Β ως απαράδεκτη λόγω εκπρόθεσμης άσκησης καθώς και την έφεση του Γ δεχόμενο ειδικότερα ότι η επίκληση της ως άνω απόφασης επί της προαναφερθείσας αναγνωριστικής αγωγής δεν επηρεάζει την εκκρεμή δίκη.
Ερωτάται: α) Είναι παραδεκτή η έφεση του Β; β) Είναι παραδεκτή η έφεση του Γ; γ)  Είναι παραδεκτός ο ισχυρισμός του Γ για την έκδοση της ως άνω τελεσίδικης απόφασης μεταξύ των διαδίκων και ορθή η απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου ως προς αυτόν; δ) Ποιον λόγο αναίρεσης θα μπορούσε να επικαλεσθεί ο Β αν ήθελε ασκήσει αναίρεση; Ε) Ποιον λόγο αναίρεσης θα μπορούσε να επικαλεσθεί ο Γ αν ήθελε ασκήσει αναίρεση;

ΘΕΜΑ 3
Ο Α, για την ικανοποίηση απαίτησης αποζημίωσης από αδικοπραξία κατά του Β, ποσού 15.000 ευρώ, επισπέυθει αναγκαστική εκτέλεση, η οποία οδηγεί σε πλειστηριασμό ακινήτου του Β, που διενεργήθηκε στις 20.1.2018. Το πλειστηρίασμα ανέρχεται σε 1112.000 ευρώ κα με τα εξής δεδομένα των απαιτήσεων που αναγγέλθηκαν στον επί του πλειστηριασμού υπάλληλο, συμβολαιογράφο Σ: (α) Απαίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για καθυστερούμενα εκ μέρους του Β φόρο εισοδήματος 25.000 ευρω. (β) Απαίτηση του δανειστή Δ1 , που είχε εγγράψει  υποθήκη επί του πλειστηριασθέντος  ακινήτου για 30.000 ευρώ ένα (1) έτος πριν από την επιβολή της κατάσχεσης. Η ισόποση ασφαλιζόμενη απαίτηση του Δ1 είχε επιδικασθεί με τελεσίδικη δικαστική απόφαση η οποία δημοσιεύθηκε δύο (2) μήνες πριν από την επιβολή της κατάσχεσης. (γ) Απαίτηση  του δανειστή Δ2, που είχε εγγράψει προσημείωση υποθήκης επί του πλειστηριασθέντος ακινήτου για ποσό 30.000 ευρώ τρία (3) έτη πριν από την επιβολή της κατάσχεσης. Επί της αγωγής που είχε ασκήσει ο Δ3 κατά του Β, ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών,  για την επιδίκαση της ισόποσης ασφαλιζόμενης απαιτήσεως, δεν είχε ακόμα εκδοθεί απόφαση του εν λόγω Δικαστηρίου. (δ) Απαίτηση του δανειστή Δ3, που είχε εγγράψει υποθήκη επί του πλειστηριασθέντος ακινήτου για ποσό 60.000 ευρώ δύο (2) μήνες μετά την επιβολή της κατάσχεσης. Η ισόποση απαίτηση του Δ4 είχε επιδικασθεί με τελεσίδικη δικαστική απόφαση η οποία δημοσιεύθηκε έξι (6) μήνες πριν από την επιβολή της κατάσχεσης. (ε) Απαίτηση του Υ, υπαλλήλου του Β, για οφειλόμενους μισθούς δώδεκα (12) μηνών, πριν από την ημερομηνία ορισμού του πρώτου πλειστηριασμού συνολικά 20.000, που είχαν επιδικασθεί με τελεσίδικη δικαστική απόφαση.
Μετά την προαφαίρεση των εξόδων εκτέλεσης τα οποία ανέρχονταν στο ποσό των 12.000 ευρώ, το πλειστηρίασμα βάσει του συνταχθέντος από τον Σ πίνακα κατάταξης, διανεμήθηκε στους αναγγελθέντες δανειστές ως ακολούθως:
-Ποσό 20.000 ευρώ στον Υ –Ποσό 15.000 στο Ελληνικό Δημόσιο  - Ποσό 30.000 ευρω στον Δ2 – Ποσό 30.000 ευρώ στον Δ1 – Ποσό 5.000 στον Δ3
Όλοι οι πιο πάνω δανειστές κατατάχθηκαν οριστικά. Ο Σ δεν κατέταξε στον πίνακα τον Α, με την αιτιολογία ότι ο τελευταίος δεν ανήγγειλε, κατ’ άρθρο 972.1 Κπολ, την απαίτηση του κατά του Β.
Ερωτάται:
1. Ορθώς κατετάγησαν οι πιο πάνω απαιτήσεις στον πίνακα; Ορθώς δεν κατετάγη η απαίτηση του Α;
2. Το Ελληνικό Δημόσιο ασκεί ενώπιον του αρμοδίου δικαστηρίου ανακοπή κατά του πίνακα κατατάξεως, στρεφόμενο κατά του Δ1, προτείνοντας τον ισχυρισμό, ότι η καταταχθείσα στον πίνακα απαίτηση του τελευταίο κατά του Β έχει υποπέσει σε παραγραφή. Το αίτημα της ανακοπής συνίσταται στη μεταρρύθμιση του πίνακα κατατάξεως κατά τρόπο ώστε να αποβληθεί από αυτόν ο Δ1 και να καταταχθεί στη θέση του το ανακόπτον Ελληνικό Δημόσιο για το ποσό των 10.000 ευρώ. Ποιος βαρύνεται με την απόδειξη του ισχυρισμού του Ελληνικού Δημοσίου; Μπορεί ο Δ1, προς αντίκρουση της ανακοπής, να επικαλεσθεί το δεδικασμένο της αποφάσεως που επιδίκασε την απαίτηση του κατά του Β;
Να απαντηθούν 2 από τα 3 Θέματα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου