28 Οκτωβρίου 2018

Θέματα Πολιτικής Δικονομίας ΙΙ (Μ-Ω)

Ιούνιος 2018

ΘΕΜΑ 1
Η εταιρεία Ε ασκεί αγωγή κατά των Α, ως οφειλέτη, και Β, ως εγγυητή, με αίτημα την απόδοση δανείου ποσού 300.00 ευρώ. Από τους περιεχομένους στην αγωγή ισχυρισμούς προκύπτει ότι η Ε είχε εκχωρήσει πριν από την άσκηση της αγωγής στην επίδικη απαίτηση στην εταιρεία Υ και είχε αναγγείλει την εκχώρηση στους Α και Β. Οι Α και Β με τις προτάσεις τους ζήτησαν την ακύρωση της σύμβασης δανείου λόγω απάτης και, επικουρικά, λόγω πλάνης. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο εξέδωσε την με αριθμό 1214/2017απόφαση με την οποία απέρριψε το αίτημα ακύρωσης λόγω απάτης, ως μη νόμιμο, και διέταξε την επανάληψη της συζήτησης, προκειμένου να εξετασθούν μάρτυρες με τον ισχυρισμό περί πλάνης.
Ο  Α ασκεί έφεση κατά της με αριθμό 1214/2017απόφασης.
Μετά την ολοκλήρωση της αποδεικτικής διαδικασίας εκδίδεται η με αριθμό 4332/2017 απόφαση με την οποία απορρίπτεται ο ισχυρισμός περί πλάνης των Α και Β και γίνεται δεκτή η αγωγή της Ε. Η απόφαση επιδίδεται στις 23.6.2017 στον Α, ο οποίος ασκεί έφεση και κατά της με αριθμό 4332/2017 απόφασης, με λόγους εφέσεως την κακή εκτίμηση των αποδείξεων ως προς του ισχυρισμού του περί πλάνης και σε κάθε περίπτωση την προβολή του ισχυρισμού ότι η σύμβαση δανείου είναι άκυρη λόγω αντίθεσης στα χρηστά ήθη (ΑΚ 179). Κατά τη συζήτηση στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο η Ε ισχυρίζεται με τις εμπροθέσμως κατατεθείσες προτάσεις της ότι ακόμη κι αν γινόταν δεκτό ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις για ακύρωση της σύμβασης λόγω πλάνης, το δικαίωμα του Α έχει αποσβεσθεί, γιατί έχουν περάσει δύο χρόνια από τη σύναψη του δανείου (ΑΚ 157).
Το εφετείο απορρίπτει την έφεση. Η Ε επισπεύδει αναγκαστική εκτέλεση κατά των Α και Β με επίδοση στις 2.2.2018 επιταγής με εκτέλεση. Μετά την επίδοση της επιταγής ο Α πεθαίνει και κληρονομείται από τον Κ.
Ερωτάται:
1) Είναι παραδεκτή η άσκηση αγωγής από τον Α κατά της με αριθμό 1214/2017 απόφασης; 2)Παραδεκτά ασκεί ο Α έφεση για δεύτερη φορά; 3)Είναι παραδεκτός ο ισχυρισμός του Α περί ακυρότητας με βάση τη διάταξη ΑΚ 179 καθώς και ο ισχυρισμός της Ε που προβλήθηκαν στο Εφετείο; 4)Θα μπορούσε το Εφετείο να λάβει υπόψη του τον περιεχόμενο στην αγωγή ισχυρισμό για προηγούμενη εκχώρηση της απαίτησης από τη Ε στην Υ και να απορρίψει την αγωγή γι’ αυτόν τον λόγο (αν και κανένας από τους διαδίκους δεν προέβαλε σχετικό λόγω αγωγής); 5)Πώς θα συνεχισθεί η διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης που είχε αρχίσει κατά του οφειλέτη Α; Νομίμως επισπεύδεται αναγκαστική εκτέλεση κατά του Β;

ΘΕΜΑ 2
Ο Α ασκεί στο αρμόδιο δικαστήριο αγωγή κατά του Β με αίτημα να καταδικασθεί να του καταβάλει το ποσό των 40.000 ευρώ ως θετική ζημία και το ποσό των 60.000 ευρώ ως διαφυγόν κέρδος λόγω αδικοπραξίας. Αίτημα για κήρυξη της αποφάσεως ως προσωρινώς εκτελεστής δεν υπέβαλε ο Α. Εκδόθηκε απόφαση που έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή για το ποσό των 20.000 ευρώ για τη θετική ζημία πλέον τόκων από την άσκηση της αγωγής ενώ απέρριψε ως αόριστη την αγωγή σε σχέση με τα διαφυγόντα κέρδη. Η απόφαση επιδόθηκε με πρωτοβουλία του Α στον Β. Κατά της αποφάσεως άσκησε εμπροθέσμως έφεση ο Β ενώ μετά την παρέλευση της προθεσμίας εφέσεως άσκησε αντέφεση ο Α ως προς τη θετική ζημία κατά το μέρος που απερρίφθη η αγωγή του και ως προς τα διαφυγόντα κέρδη. Κατά τη συζήτηση της υποθέσεως στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν παρέστη ο Β καίτοι είχε κλητευθεί νομίμως και εμπροθέσμως. Έφεση και αντέφεση συνεκδικάσθηκαν με κατάθεση προσώπων από τον Α που παρέστη. Την πρωτοβουλία της κλητεύσεως για τη συζήτηση είχε ο Α.
Εκδόθηκε απόφαση με την οποία απερρίφθη η έφεση του Β ως ανυποστήρικτη και ως ουσία αβάσιμη η αντέφεση του Α ως προς όλα τα αιτήματα.
Στη συνέχεια ο Α ζήτησε, πριν ακόμη λάβει χώρα επίδοση της αποφάσεως του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, την έκδοση απογράφου με την τήρηση των προβλεπομένων στον νόμο. Με βάση αντίγραφο εξ απογράφου επιτάσσει τον Β να του καταβάλει το ποσό των 20.000 ευρώ εντόκως πλέον τόκων επί τόκων. Ο Β δεν ανταποκρίθηκε γιατί θεωρεί ότι παρανόμως και ανυποστάτως επισπεύδεται η αναγκαστική εκτέλεση. Γι’ αυτό και ουδέν πράττει. Στη συνέχεια ο Α επιβάλλει αναγκαστική κατάσχεση (άρθρο 953 παρ. 2) σε εμπορεύματα κυριότητας του Β που είχαν πουληθεί στον Γ με επιφύλαξη όμως του δικαιώματος κυριότητας (υπέρ του Β, δηλαδή) (ΑΚ 532). Είχε συμφωνηθεί μεταξύ Β και Γ η αποπληρωμή του τιμήματος με δόσεις. Έως τότε, δηλαδή έως την κατάσχεση, ο Γ αποπλήρωνε κανονικά τις δόσεις.
Ερωτάται:
1)Παραδεκτώς εκδόθηκε το απόγραφο; 2)Παραδεκτώς επιτάσσεται ο Β να καταβάλει τα ποσά που αναφέρονται στην επιταγή προς εκτέλεση; 3)Παραδεκτώς άσκησε ο Α αντέφεση; 4)Είναι ορθή η θεώρηση του Β που ουδέν πράττει; 5)Υπάρχει τρόπος προστασίας του Γ σε σχέση με την επισπευδόμενη εκτέλεση;

ΘΕΜΑ 3
Με βάση συμβολαιογραφικό έγγραφο η εταιρεία Α πώλησε και μεταβίβασε διαμέρισμα στον Β. Συμφωνήθηκε η αποπληρωμή του τιμήματος με δόσεις με βάση και την πρόοδο των εργασιών γιατί το διαμέρισμα ήταν ημιτελές κατά τον χρόνο της πωλήσεως. Η τελευταία δόση συμφωνήθηκε να καταβληθεί με την πλήρη αποπεράτωση του διαμερίσματος, με το «κλειδί» κατά την έκφραση του κλάδου.
Η Α ισχυριζόμενη ότι το διαμέρισμα αποπερατώθηκε αξιώνει την τελευταία δόση ύψους 35.000 ευρώ. Προσκομίζει για την αποπεράτωση βεβαίωση του επικεφαλής του συνεργείου της. Ο Β φρονεί ότι το διαμέρισμα κάθε άλλο παρά αποπερατωμένο είναι και αρνείται παραλαβή και καταβολή του εναπομείναντος τμήματος.
Κατόπιν τούτου η Α επισπεύδει αναγκαστική εκτέλεση κατά του Β. Μετά την περιαφή του εκτελεστηρίου τύπου και την έκδοση απογράφου προβαίνει σε επιταγή προς εκούσια συμμόρφωση. Στη συνέχεια η Α επιβάλλει αναγκαστική κατάσχεση σε άλλο διαμέρισμα του Β στην πόλη καταγωγής του προς είσπραξη της απαιτήσεώς της.
Ο Β ασκεί ανακοπή κατά της επισπευδομένης εκτελέσεως. Θεωρεί ότι η επίσπευση δεν είναι νόμιμη. Επικουρικώς προβάλλει τις ενστάσεις για καταχρηστική άσκηση δικαιώματος σε σχέση με την απαίτηση για την οποία επισπεύδεται αναγκαστική εκτέλεση και συμψηφισμού με ισότοπη ανταπαίτησή του από προηγούμενη επαγγελματική σχέση που είχε με την Α. Κατά την εκδίκαση της ανακοπής ο Β προς απόδειξη των ενστάσεών του επικαλείται και προσκομίζει στη δίκη ένορκες βεβαιώσεις. Η Α με τις νομίμως κατατεθείσες προτάσεις της θεωρεί ότι απαραδέκτως προβάλλονται τέτοιοι ισχυρισμοί λόγω δεδικασμένου αλλά και της διαδικασίας εντός της οποίας προτείνονται.
Πριν από τον πλειστηριασμό που είχε προσδιορισθεί νόμιμα εκδίδεται τελεσίδικη απόφαση με την οποία καταδικάζεται ο Β να μεταβιβάσει την κυριότητα του κατασχεθέντος διαμερίσματος στην αδελφή του Γ. Η Γ είχε ασκήσει αγωγή πολύ πριν την έναρξη της εκτελεστικής διαδικασίας. Μετά την έκδοση της αποφάσεως η Γ προβαίνει με την τήρηση των νόμιμων προϋποθέσεων σε μεταγραφή αυτής σε δημόσια βιβλία. Μετά τη μεταγραφή στη διαδικασία αναγκαστικής εκτελέσεως αναγγέλλεται και ο Δ ως δανειστής του Β χωρίς πάντως να διαθέτει εκτελεστικό τίτλο.
Ερωτάται:
1)Νομίμως επισπεύδεται η αναγκαστική εκτέλεση κατά του Β; 2)Είναι βάσιμοι οι ισχυρισμοί της Α που προβάλλονται προς αντίκρουση των λόγων ανακοπής; 3)Επηρεάζει η απόφαση καταδικάζει τον Β να μεταβιβάσει την κυριότητα του διαμερίσματος στην Γ και η μεταγραφή αυτής την αναγκαστική εκτέλεση που είχε δρομολογηθεί από την Α; 4)Ποια η θέση του Δ που αναγγέλλεται στην εκτελεστική διαδικασία ενόψει της μεταγραφής που προηγήθηκε;

Από τα τρία θέματα να απαντηθούν τα δύο.
Επιτρέπονται ασχολίαστοι κώδικες.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου